ΜΠΙΖΖΖ 2026 (7-17 Μαΐου) Το πιο ζωντανό φεστιβάλ νέων δημιουργών στο θέατρο Επί Κολωνώ!

4 παραστάσεις που θα παρουσιαστούν στο πλαίσιο αυτής της διοργάνωσης

📍Επιμέλεια συνέντευξης : Θεατρολόγος Μαρία Μαρή

Έχει πια κατοχυρωθεί και όλοι το περιμένουν κάθε χρόνο αυτό το Φεστιβάλ ΜΠΙΖΖ στο θέατρο Επί Κολωνώ.

Φέτος 4 νέες παραστάσεις

«Οι Μπλανς» από την Ομάδα Επί Εκατό

Ερμηνεύουν η Ελπίδα Μπαρούτα και η Μαρκέλλα Μαλαγάρη

- Και οι δυο σας ερμηνεύετε την διαταραγμένη προσωπικότητα της Μπλανς στο ψυχιατρείο, τον μετεωρισμό της θα έλεγα εγώ ανάμεσα «στην ανάγκη για φως και στη δύναμη του σκοταδιού.» Πώς προσεγγίζετε αυτές τις συνεχείς και αθεράπευτες μεταπτώσεις της Μπλανς;
Οι μεταπτώσεις της ηρωίδας σωματοποιούνται και στις δύο Μπλανς. Η μορφή εκείνη που συνιστά την ενσάρκωση των τραυμάτων της βιώνει ταυτόχρονα με την ίδια χαρά, πόνο και απόγνωση αλλά για διαφορετικούς λόγους. Αυτές οι έντονες διαφορές/αντιδράσεις είναι εμφανείς στους θεατές που καταλαβαίνουν άμεσα πως δεν πρόκειται για δύο αυτοτελείς οντότητες αλλά για έναν άνθρωπο που συνομιλεί με τον εαυτό του.

- Η Μπλανς σας ξεκίνησε από το Off-Off Athens Theatre Festival και έκτοτε έκανε τη διαδρομή της. Πώς την καθόρισε αυτή η διαδρομή;
Η διάκριση στο Off-Off μάς κινητοποίησε στο να ταξιδέψουμε τις Μπλανς σε Θεσσαλονίκη, Βόλο και Σκόπελο. Πέρα από την ομορφιά που έχει μια περιοδεία από μόνη της, το σημαντικό για μας είναι ο συμβολισμός που επιβεβαιώνει την εικασία μας κατά τη δημιουργία του έργου: η ιστορία της Μπλανς δεν έχει συγκεκριμένο τόπο, χρόνο και ταυτότητα. Αφορά κάθε άνθρωπο που ζει, πονά και προσπαθεί να βάλει τη ζωή του σε μία σειρά.

- Υπάρχει εξιλέωση για αυτή την τόσο πληγωμένη ηρωίδα, που είναι εγκλωβισμένη μέσα σε μια λούπα «από μνήμες και τραύματα» του παρελθόντος;
Θεωρούμε πως η ηρωίδα προσεγγίζει την εξιλέωση καθώς οι θεατές βλέπουν για πρώτη φορά μια Μπλανς η οποία συχνά αναγνωρίζει τα σφάλματά της. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω των εσωτερικών μονολόγων που αποτελούν μία δίοδο στον πραγματικό χαρακτήρας της.

- Μπορεί νομίζετε η κατάθεση της Μπλανς «Πάντα εξαρτιόμουν από την καλοσύνη των ξένων» σημείο του κατακερματισμένου ψυχισμού της, αυτός ο ψίθυρος της εύθραυστης ισορροπίας της, η σιωπηλή κραυγή ενός καταστροφικού σπαραγμού, να θεραπευτεί και να φτάσει σε αυτό που αναφέρετε ότι ψιθυρίζει «Όποια κι αν είναι η πιθανή κατάληξη, εσύ μη μείνεις πίσω με τα κτήνη
Φαίνεται πως ο εγκλεισμός της που την απομάκρυνε από την κοινωνία, ταυτόχρονα την απελευθέρωσε βίαια από τα κοινωνικά στερεότυπα και το βάρος μιας "φορεμένης" ταυτότητας. Αυτό δίνει πολύ δύναμη σε μία γυναίκα που έχει χτίσει τη ζωή της βασιζόμενη σε άλλους. Ίσως, λοιπόν, την καλοσύνη των ξένων να την έχουν ανάγκη εκείνοι που μένουν πίσω με τα κτήνη, και όχι η δική μας Μπλανς.

- Ανυπομονώ μαζί με όσους γνωρίζουν την Μπλανς να δω τη συνέχεια του έργου του Τεννεσί Ουίλιαμς, τη δική σας οπτική σώζοντας αυτό το εύθραυστο πλάσμα.
Ευχαριστούμε!

Η ταυτότητα της παράστασης:

Κείμενο/Σκηνοθεσία: Ομάδα Επί Εκατό

Μουσικός επί σκηνής: Κωστής Κασιδάκης

Παίζουν οι ηθοποιοί:

Ελπίδα Μπαρούτα, Μαρκέλλα Μαλαγάρη

«Πειραιώς 12» σε σκηνοθεσία Μαριτίνας Κουτσοχιώνη και Βασίλη Σταματάκη

Ερμηνεύουν: Αντώνης Καραστεργίου, Αλεξάνδρα Λιώλιου, Ελένη Λυκούδη, Άρτεμη Μπούταλη, Αλέξανδρος Κρομμύδας,
Σπύρος Σιγκέρης, Αριάδνη Τζουρμανά

Ένα έργο, που οδήγησε σε συν-σκηνοθεσία και απέδειξε ότι η συνεργασία είναι η λύση για όλα τα δεινά.

Απαντούν: Αλεξάνδρα Λιώλιου, Ελένη Λυκούδη

- «Πειραιώς 12» λοιπόν ένα μπουζουξίδικο. Μια προσομοίωση ζωής σε ένα λούμπεν περιβάλλον; Ωραία ιδέα. Πώς προέκυψε για να επιτευχθεί η αποστασιοποίηση; Κάτι γνώριμο, αλλά όχι εντελώς δικό μας;
Ίσα ίσα θα έλεγα ότι είναι εντελώς δικό μας. Εννοώ ότι ο χώρος των μπουζουκιών είναι άμεσα συνδεδεμένος με την ελληνική κουλτούρα και τον τρόπο που επιλέγουμε να διασκεδάζουμε. Είτε από πρόθεση είτε τυχαία, πολύς κόσμος έχει βρεθεί σε κάποιο μπουζουξίδικο ή σε κάποιο νυχτερινό κέντρο αυτού του τύπου. Νομίζω ότι, ως χώρος, έχει πολύ ενδιαφέρον, γιατί συνδυάζει κάτι φανταχτερό και ταυτόχρονα σκοτεινό, το οποίο με ενδιαφέρει πολύ να ανακαλύψω. Στη ζωή γενικότερα, όχι μόνο στο θέατρο, με έλκει το σκοτάδι, αλλά και το φως που είναι συμπυκνωμένο μέσα σε αυτό. Δεν θα το χαρακτήριζα ως λούμπεν, γιατί αυτό παραπέμπει σε μια ταξική προσέγγιση των μπουζουκιών, κάτι που δεν ισχύει. Βλέπουμε πόσοι εφοπλιστές και επιχειρηματίες το επιλέγουν ως τρόπο διασκέδασης. Οπότε, ναι, είναι ένας χώρος γνώριμος και εντελώς δικός μας, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό το «μας». Κάποιο άτομο που ακούει ροκ μπορεί να πάει στα μπουζούκια με την παρέα του και να το βιώσει μέσα από διαφορετικά φίλτρα, σε σχέση με κάποιον που ακούει ποπ, λαϊκά ή πανκ. Παρ’ όλα αυτά, όλοι αυτοί οι άνθρωποι θα έχουν έναν κοινό κώδικα μεταξύ τους, μέσα από τον οποίο θα βιώσουν το δικό τους «μας», όταν βρεθούν στα μπουζούκια. Γι’ αυτό πιστεύω ότι είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί η αποστασιοποίηση μέσω αυτού του χώρου. Θα έλεγα ότι το έργο αποσκοπεί περισσότερο στην ταύτιση. Ακόμη και συνειρμικά, ο χώρος σηματοδοτεί κάτι πολύ συγκεκριμένο για κάθε άτομο. Πέρα από αυτό, παρέχει τη δυνατότητα πειραματισμού για τους ηθοποιούς και συνδυάζει κάτι πολύ χιουμοριστικό και διασκεδαστικό με κάτι πολύ άγριο και βαρύ που υπάρχει στη νύχτα.

- Λέτε ότι όσα συμβαίνουν επί σκηνής δεν είναι αυτό ακριβώς που φαίνεται και τα σημαντικά συμβαίνουν πίσω από τη σκηνή. Χωρίς να αποκαλύψετε πολλά είναι ότι ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή; Βλέπουμε μια βιτρίνα για τον καθένα, όμως το παρασκήνιο παραμένει πάντα κρυφό.
Τα θεατρικά έργα, και όχι μόνο, συχνά είναι επηρεασμένα από τη ζωή ή βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα και καταστάσεις· ωστόσο, δεν αποτελούν μια ακριβή φωτοτυπία των τελευταίων. Αν συνέβαινε αυτό, ίσως να έπαυε να υπάρχει ο διαχωρισμός ανάμεσα στη ζωή και το θέατρο. Στο συγκεκριμένο έργο, όσα συμβαίνουν στο παρασκήνιο δεν τα βλέπουμε ποτέ επί σκηνής, και αυτά που βλέπουμε δεν είναι πάντα όπως φαίνονται. Στην πορεία της παράστασης, όμως, έρχονται στην επιφάνεια μυστικά του παρελθόντος, τα οποία δεν απέχουν πολύ από την σκοτεινή πραγματικότητα που βιώνουμε ως κοινωνία. Η διαφορά είναι ότι, σε αντίθεση με τη ζωή, όπου η έκβαση τέτοιων σκοτεινών καταστάσεων είναι συχνά ακόμα πιο σκοτεινή, στην παράσταση διαφαίνεται μια διέξοδος από τα σκοτάδια της πραγματικής ζωής.

Πόσο επηρεαστήκατε από το « Όλα είναι δρόμος» σε σενάριο του Παντελή Βούλγαρη και του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, αυτή την επική ταινία με τη δήλωση- κάθαρση του Γιώργου Αρμένη «Ρίχ’ το, Ηλία». Αυτές οι γυναίκες , που βρίσκονται να είναι υπόλογες για σφάλματα ενός άνδρα, που είναι απών μπορούν να γκρεμίσουν ό,τι τους χαλάει τη ζωή;
Δεν έχω δει ακόμη αυτή την ταινία. Μου το έχουν πει και άλλα άτομα ότι έχει κοινή θεματική, όχι μόνο με τη συγκεκριμένη ταινία, αλλά και με παραστάσεις που πραγματεύονται το έμφυλο ζήτημα. Έχω, φυσικά, το τραγούδι στο μυαλό μου και την αισθητική μέσα από εικόνες που μπορεί να έχω δει, και θέλω πολύ να τη δω. Θα έλεγα, όμως, ότι τα έργα επηρεάζονται μάλλον από την πραγματικότητα. Η έμφυλη βία, δηλαδή, και το ότι οι γυναίκες συχνά βρίσκονται υπόλογες, είτε φταίνε είτε όχι, προκύπτει κοινωνικά. Επομένως, φαντάζομαι ότι είναι ένα ζήτημα που απασχολεί την κοινωνία γενικότερα και, αναπόφευκτα, και τ@ καλλιτεχν@. Εγώ, όταν άρχισα να γράφω το έργο, για παράδειγμα, ήθελα πολύ να γράψω μια κωμωδία, αλλά δεν γινόταν. Και αυτό το κατάλαβα μετά: ότι, καθώς το έγραφα, επειδή είμαι γυναίκα, υποθέτω, η ιστορία πήγε από μόνη της εκεί που πήγε. Είναι τόσο έντονο βίωμα η συνθήκη του να βρίσκεσαι σε έναν ορατό ή αόρατο κίνδυνο. Επομένως, αν επηρεάστηκα από κάτι, ήταν από το ίδιο μου το βίωμα και όχι από κάτι που είδα. Μου φαίνεται, όμως, πάρα πολύ ενδιαφέρον το πώς τα έργα μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους, και αυτά που έχουν ήδη γραφτεί και αυτά που δεν έχουν γραφτεί ακόμη.

Πώς προσεγγίσατε αυτό το επίπεδο; Πόσο δύσκολο ήταν να εξοικειωθείτε;
Στο κείμενο, η έμφυλη βία αποδίδεται μέσω σωματικής, ψυχικής και λεκτικής βίας, γεγονός που έκανε την προσέγγισή αυτού του επιπέδου ακόμη πιο απαιτητική, καθώς χρειάστηκε να έρθουμε σε επαφή με διαφορετικές εκφάνσεις της βίας. Στην αρχή, υπήρχε από όλους ένα κράτημα, μια άμυνα. Για παράδειγμα, στις πρώτες πρόβες, όταν εμφανίζονταν οι μπράβοι και υπήρχε μια πιο σκληρή γλώσσα, γελούσαμε — σαν να προσπαθούσαμε, μέσω του γέλιου, να αποσυμπιέσουμε την ένταση της στιγμής. Το ίδιο συνέβαινε και στις σκηνές σωματικής βίας. Το γέλιο λειτουργούσε ως μηχανισμός εκτόνωσης, υπενθυμίζοντας μας ότι κινούμαστε ανάμεσα στην πραγματικότητα της παράστασης και στη δική μας, ασφαλή πραγματικότητα. Υπάρχουν αρκετές έντονες σκηνές που χρήζουν ιδιαίτερης προσέγγισης , κάτι που δυσκόλεψε και τα αγόρια της παράστασης και εμάς. Ως γυναίκες, δυστυχώς, ερχόμαστε πολύ συχνά αντιμέτωπες στην καθημερινότητα μας με κάποια μορφή βίας. Θα μπορούσε, λοιπόν, να πει κανείς ότι είμαστε ήδη εξοικειωμένες και ότι δεν θα μας δυσκόλευε να την προσεγγίσουμε θεατρικά. Κι όμως, υπήρξε μεγάλη δυσκολία, η οποία σταδιακά μειώθηκε χάρη στη διάθεση όλων των μελών της ομάδας να δημιουργηθεί ένα ασφαλές πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορέσαμε να εξερευνήσουμε καλλιτεχνικά το συγκεκριμένο ζήτημα.

Ποια η θέση της γυναίκας σε μια πατριαρχική κοινωνία; Πόση υπομονή, αγάπη, αξιοπρέπεια θα πρέπει να επιδείξει, περιμένοντας να αποδοθεί δικαιοσύνη;
Νομίζω η αρχή είναι να σπάσει επιτέλους αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο που δεν εξυπηρετεί κανέν@. Δε νομίζω ότι οφείλουμε εμείς να μικρύνουμε για να χωρέσουμε σε κάτι λίγο και περιορισμένο. Είμαστε σε ένα δρόμο σίγουρα και το σύστημα αυτό θα ανατραπεί, απλώς χρειάζεται χρόνος, επιμονή και να μην ξεχνάμε ότι έχουμε η μια την άλλη. Να έχουμε εμπιστοσύνη σε εμάς τις ίδιες και στο “μαζί” και να το ποτίζουμε όλο και περισσότερο, μέχρι να ανθίσουν τα πιο ψηλά λουλούδια του κόσμου.

Η ταυτότητα της παράστασης:

Κείμενο: Αλεξάνδρα Λιώλιου
Σκηνοθεσία: Μαριτίνα Κουτσοχιώνη, Βασίλης Σταματάκης
Συνεργάτης Σκηνοθεσίας: Τάσος Κωλέτσης
Βοηθός Σκηνοθεσίας: Αριάδνη Τζουρμανά
Μουσική: Αλέξης Δημουλέας, Βίκη Καπετανοπούλου
Κινησιολογία Άρτεμη Μπούταλη
Ενδυματολογία: Ζενεβιέβ Αθανασοπούλου
Βοηθός Ενδυματολογίας: Σταυρούλα Παπαποστόλου
Σχεδιασμός Φωτισμών: Μαίρη Νταλαμάγκα
Φωτογράφιση/Trailer: Έφη Καρανικόλα

Παίζουν οι ηθοποιοί:

Αντώνης Καραστεργίου, Αλεξάνδρα Λιώλιου, Ελένη Λυκούδη, Άρτεμη Μπούταλη, Αλέξανδρος Κρομμύδας, Σπύρος Σιγκέρης, Αριάδνη Τζουρμανά

*Θερμές ευχαριστίες στο Red Jasper Cabaret Theatre για τη φιλοξενία για την πραγματοποίηση της φωτογράφισης και του trailer της παράστασης!



Πρόγραμμα Παραστάσεων:

Σάββατο 09/05, ώρα: 22:00 | Κυριακή 10/05, ώρα: 22:00

Τρίτη 12/05, ώρα: 20:00 | Τετάρτη 13/05, ώρα: 22:00

Παρασκευή 15/05, ώρα: 22:00 | Κυριακή 17/05, ώρα: 20:00

Διάρκεια: 60΄

Δείτε το trailer της παράστασης ΕΔΩ

«Σε περιμένουμε καιρό» Σκηνοθεσία: Βίκτωρ Νασιούλας, Νίκη Χρυσοφάκη

Το θέμα που θίγετε εδώ είναι πολύ λεπτό. Επτά μαθητές σε μια τάξη που όλοι φοβούνται να διδάξουν. Θα πρέπει να αναζητηθούν οι λόγοι. Να αναζητηθούν οι υπαίτιοι; Να βρεθούν παιδαγωγικοί τρόποι προσέγγισης των μαθημάτων. Η αυτοδιαχείριση μιας τάξης από μαθητές δεν είναι εύκολο πράγμα.

- Μέσα από αυτή την τάξη μήπως μιλάτε για μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία, μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα χωρίς ιεραρχίες; Μια αυτόνομη κοινωνία με συλλογικότητα, αλληλεγγύη και άμεση δημοκρατία;
Προφανώς μιλάει για όλα αυτά και για άλλα τόσα η παράσταση αυτή. Θίγει πολλά κοινωνικά θέματα, προβληματίζει και κατά μια έννοια προτείνει και λύσεις. Αν λέγαμε ότι υπάρχει μια κοινή βάση όλων αυτών, όπου το έργο θίγει έντονα είναι η συνεργασία και η επικοινωνία. Οι δύο πιο σημαντικές έννοιες για την συνύπαρξη και την ομαλή λειτουργία των ανθρώπινων σχέσεων και κατ’ επέκταση ολόκληρης της κοινωνίας. Αν η επικοινωνία δεν είναι διαφανής, γίνεται μηχανισμός χειραγώγησης, κι αν η συνεργασία δεν είναι ισότιμη γίνεται εκμετάλλευση. Και φυσικά πάνω σε αυτές τις δύο έννοιες χτίζεται και όλη η σχέση του τμήματός μας. Όταν πετυχαίνει η αξία τους, το αποτέλεσμα είναι λυτρωτικό.

- Πώς προσεγγίσατε αυτό το δύσκολο θέμα; Πού κατέληξε όλη αυτή η διαδρομή; Θέλω να σας υπενθυμίσω εδώ τη «Φάρμα των ζώων» του Όργουελ.
Δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο θέμα το οποίο αποφασίσαμε να προσεγγίσουμε. Το ζήτημα, λόγου χάρη, του εκπαιδευτικού συστήματος ήταν μόνο η αφορμή, μια συνθήκη μέσα στην οποία θίγουμε μάστιγες της κοινωνίας. Κάθε χαρακτήρας της παράστασης είναι και ένα κοινωνικό ζήτημα. Κακοποίηση γονιού προς το παιδί, παιδιά που μεγαλώνουν σε ορφανοτροφεία, βία, απάθεια και έλλειψη βοήθειας προς τον διπλανό, ομοφοβία, ρατσισμός στους μετανάστες και στους πρόσφυγες, έλλειψη σεξουαλικής παιδείας και εκπαίδευσης. Και άλλα τόσα που δημιουργούνται από τις μεταξύ τους σχέσεις και τη σχέση τους με το ίδιο το σχολείο και την διεύθυνση. Οι επιπτώσεις όλων αυτών των ζητημάτων έχουν ένα μεγάλο κοινό στους ανθρώπους που τα υφίστανται. Την μοναξιά. Και αυτό νομίζω είναι και αυτό που προσπαθούν να νικήσουν οι ήρωες μας. Όπως προείπαμε ωστόσο, τη μεγαλύτερη σημασία στην συνύπαρξη και στη σχέση των ανθρώπων την έχει η επικοινωνία και η συνεργασία. Και αυτοί είναι και δύο από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες στην Φάρμα των Ζώων. Η αποτυχία της φάρμας δεν οφείλεται μόνο στη κακή ηγεσία, αλλά και το πώς αυτές οι δύο έννοιες καταρρέουν.

- Τί είναι αυτό που αγριεύει μια τάξη ανθρώπων ώστε να αρνηθούν τη γνώση και τον δάσκαλο; Ποιος κρύβεται από πίσω; Ποια η ευθύνη του δασκάλου;
Αρχικά δεν είναι μια τάξη ανθρώπων, είναι μια τάξη εφήβων. Και έχει διαφορά. Γιατί μιλάμε για την πιο άγρια και ελεύθερη ηλικιακή φάση ενός ανθρώπου. Αυτό που αγριεύει τον έφηβο είναι η αδικία και το ψέμα. Ποτέ κανένας έφηβος δεν αρνήθηκε τη γνώση. Ούτε και στην παράσταση συμβαίνει αυτό. Κάθε άλλο. Αρκεί αυτή να γίνεται με απόλυτη διαφάνεια και αλήθεια. Χωρίς τυπικότητες, ύλες και εξετάσεις. Και αυτό, νομίζω, είναι και το λάθος που συμβαίνει στο ελληνικό σύστημα εκπαίδευσης. Συγκεκριμένη διδακτική ύλη, συγκεκριμένος τρόπος διδασκαλίας, όλα σε μια ράγα που αποσκοπούν στο να γίνουμε όλοι του πανεπιστημίου. Κανένα ενδιαφέρον για τη διαφορετικότητα, την προσωπικότητα και τις ανάγκες του κάθε παιδιού. Στο λύκειο δε, ξεχνάνε τι εστί εφηβεία και προσπαθούν να βάλουν «αγρίμια» σε πολύ αυστηρά κουτιά. Η εφηβεία θέλει δημιουργικότητα, φαντασία, φασαρία, αλήθεια, επανάσταση. Ο έφηβος θέλει να ακούγεται. Όταν υπάρχει εκπαιδευτικός που δουλεύει με βάση όλα αυτά τα στοιχεία, υπάρχουν και υπέροχα αποτελέσματα.

- Αυτό που περιμένετε καιρό έρχεται κάποτε ή είναι σαν τον Γκοντό;
Υπάρχει ένας κοινός στόχος. Κάτι κοινό που περιμένουμε σαν ομάδα. Υπάρχει όμως και κάτι προσωπικό που περιμένει και ψάχνει ο κάθε χαρακτήρας να βρει. Άλλα έρχονται, άλλα όχι. Αυτή όμως είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση να μας την απαντήσει το κοινό, μετά την παράσταση. Τι πιστεύει; Έρχεται τελικά;

Η ταυτότητα της παράστασης

Σκηνοθεσία: Βίκτωρ Νασιούλας, Νίκη Χρυσοφάκη

Trailer: Μυρτώ Γρηγορίου

Trailer Sound Design: Philip Paul

Παίζουν οι ηθοποιοί:

Αργύρης Βογιάρης, Κωνσταντίνος Καραγεώργος, Χρυσάνθη Μαρκέτου, Χρήστος Τζον Μούσλλι, Βάσω Παγιοπούλου, Μαριάννα Παπαευθυμίου, Αφροδίτη Σαραντέα

Πρόγραμμα Παραστάσεων:

Πέμπτη 07/05, ώρα 22:00 | Σάββατο 09/05, ώρα 20:00

Τρίτη 12/05, ώρα 22:00 | Πέμπτη 14/05, ώρα 20:00

Παρασκευή 15/05, ώρα 20:00 | Κυριακή 17/05, ώρα 22:00

Διάρκεια: 60’

Δείτε το trailer της παράστασης ΕΔΩ

«Tender» Σκηνοθεσία: Μαρία Μέντζα

Κεντρικός ήρωας της παράστασης ο Ντάφι, ένας τρυφερός, αλλά θαρραλέος κλόουν, που χάνεται μέσα στην ψηφιακή εποχή.

- Πολύ επίκαιρο το θέμα σας. Νομίζετε ότι είναι πρόβλημα μόνο των παιδιών ή και των ενηλίκων η αφομοίωση από μια ψηφιακή πλατφόρμα στην οποία ο καθένας προβάλλει την δική του εικόνα; Με την οποία ο καθένας μονίμως ασχολείται και από την οποία τελικά αφομοιώνεται;
Πιστεύω πως η συνεχής ενασχόληση με το πώς θα προβάλλουμε μια τέλεια εικόνα, μια τέλεια ζωή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προκύπτει πολλές φορές χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε. Αυτό συμβαίνει γιατί η ψηφιακή πραγματικότητα «τρυπώνει» όλο και περισσότερο στην απτή πραγματικότητα και στην καθημερινότητά μας. Συζητούσα με μια φίλη μου τις προάλλες και μου ανέφερε πως είχε συνέχεια στο μυαλό της ότι πρέπει να «ανεβάσει» στο Instagram τις φωτογραφίες από το ταξίδι της στο Παρίσι, που είχε επισκεφθεί έναν μήνα πριν. Όμως τίποτα δεν είναι υποχρεωτικό. Κάθε μέρα τόσοι γνωστοί μας, αλλά και άγνωστοι, «ανεβάζουν» μέσω των stories «τέλειες» στιγμές από τη μέρα τους. Έτσι, παρακολουθώντας παθητικά όλες αυτές τις «τέλειες» στιγμές, είναι λογικό να νιώσουμε κι εμείς την υποχρέωση - την πλασματική ανάγκη - να δείξουμε ότι έχουμε μια τέλεια ζωή, ότι ζήσαμε έστω μια τέλεια στιγμή. Θα έλεγα πως ως φαινόμενο είναι κυρίαρχο στις νεαρές ηλικίες, αλλά παρατηρείται, σε μικρότερο βαθμό, και στις μεγαλύτερες. Ίσως όσο μεγαλώνεις να συνειδητοποιείς πιο έντονα την τρωτότητά σου και, παράλληλα, να την αποδέχεσαι με λιγότερες αντιστάσεις.

- Ο κλόουν δεν έχει γένος, δεν έχει ηλικία. Στην παράσταση θα δούμε όλες αυτές τις διαδικτυακές «σειρήνες» για κάθε ηλικία;
Οι κλόουν είναι πλάσματα που βλέπουν τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, αλλά ταυτόχρονα έχουν τη σοφία ενός παππού ή μιας γιαγιάς. Είναι σαν να εξερευνούν τα πάντα για πρώτη φορά και συγχρόνως σαν να τα έχουν ήδη ζήσει όλα. Επιλέγουν να συνεχίζουν να παίζουν ξέγνοιαστα, ενώ βαθιά μέσα τους ξέρουν ότι το παιχνίδι της ζωής είναι μεν γλυκό, αλλά και πολύ σκληρό. Αποτυγχάνουν συνεχώς και παταγωδώς, ώστε να μη χρειαστεί να αποτύχουν οι θεατές. Και εκεί, πιστεύω, είναι που οι θεατές, όλων των ηλικιών, νιώθουν πως οι κλόουν, κι έτσι κι ο κλόουν Ντάφι, αποτελούν καθρέφτες των δικών τους συναισθημάτων και εμπειριών.

- Είναι νομίζω τραγικό ένας κλόουν να κονταροχτυπηθεί με τον ψηφιακό κόσμο και την ψηφιακή παραμόρφωση. Είναι για εμένα σχεδόν θρίλερ, μιας και η φυσιογνωμία του κλόουν είναι άλλοτε αστεία, άλλοτε τρομακτική, ανάλογα με την περίπτωση. Παραμένει ωστόσο ο φίλος των παιδιών και το αστείο πρόσωπο των τσίρκο και των πάρτι. Πώς το αντιλαμβάνεστε εσείς;
Θα έλεγα πως οι κλόουν έχουν απεκδυθεί όλους τους ρόλους. Ίσως είναι η πιο «γυμνή» και εύθραυστη εκδοχή του εαυτού μας. Μοναδική τους προστασία είναι η κόκκινη μύτη τους, ως σύμβολο ανθρωπιάς. Κάποιοι τους θεωρούν τους μεγαλύτερους losers, κάποιοι άλλοι… τους πιο γενναίους ήρωες. Στην παράσταση Tender, ο Ντάφι καλείται να «βουτήξει» θαρραλέα στον ψηφιακό μας κόσμο και να μεταμορφωθεί σε influencer. Στην αρχή η περιπέτεια μοιάζει με ένα ευχάριστο παιχνίδι, όμως κανείς δεν μας εγγυάται τη συνέχεια… Μεγάλη δική μου ανάγκη είναι το Tender να έρθει σαν μια γλυκιά υπενθύμιση για όλους μας: να επιστρέψουμε στην τρυφερότητα και στην αυθεντικότητα. «Αγγελιαφόρος» αυτής της ανάγκης είναι ο Ντάφι. Η περιπέτεια δεν θα είναι εύκολη, αλλά θα κλείσω τα μάτια και θα τον εμπιστευτώ. Άλλωστε, για τους κλόουν, η μεγαλύτερη ήττα είναι η πιο σπουδαία νίκη.
Ευχαριστώ πολύ!

Το πρόγραμμα των παραστάσεων μπορείτε να το βρείτε και στο ανανεωμένο website του Επί Κολωνώ

Δείτε το trailer του ΜΠΙΖΖΖ 2026!

Info
Τοποθεσία:
Επί Κολωνώ, Ναυπλίου 12 & Λένορμαν 94, Αθήνα

Ημερομηνία: 6-17 Μαΐου 2026

Πληροφορίες: Τηλ.: 210 5138067

Τιμές εισιτηρίων: 12€ (γενική είσοδος), 9€ (έως 29/3 early bird/προσφορά προπώλησης – για περιορισμένο αριθμό εισιτηρίων)

Ηλεκτρονική Προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/festival/mpizzz-2026/