Κορινθιακό Θέατρο « Βασίλης Ρώτας» Θεατρική σαιζόν 2025-2026
Είδαμε Η σκόνη του Δρόμου του Γκούντμαν και Ένας βλάκας και μισός του Ψαθά
✍🏻 Γράφει: η Θεατρολόγος Μαρία Μαρή
Το Κορινθιακό Θέατρο « Βασίλης Ρώτας» συνεχίζει την πορεία του μέσα σε δύσκολους καιρούς και εξασκείται πάνω σε διάφορα κείμενα. Και ενώ δοκιμάζει διάφορα κείμενα και διαφορετικούς σκηνοθέτες, που έχουν να τους δώσει την δική τους παιδεία και κατεύθυνση, μπορούν να εμπλουτίσουν την παιδεία τους και να διεισδύσουν και μόνοι τους στα κείμενα, ενώ απολαμβάνουν το στήσιμο μιας παράστασης και την απεύθυνση στους θεατές. Η ωρίμανση της θεατρικής αυτής ομάδας σημαίνει την ωρίμανση των θεατών που τους παρακολουθούν στενά.
Η σκόνη του Δρόμου
Μέσα στα Χριστούγεννα παρουσίασαν ένα μονόπρακτο θεατρικό έργο του αμερικανού Κένεθ Σόγιερ Γκούτμαν (Kenneth Sawyer Goodman), « Η Σκόνη του Δρόμου», που γράφτηκε το 1912 και σκηνοθέτησε ένα μέλος του Κορινθιακού Θεάτρου ο Κωνσταντίνος Νικολάου. Ο συγγραφέας επιχειρεί μια βαθιά εξερεύνηση της ανθρώπινης φύσης και των κοινωνικών δομών, που μας περιβάλλουν. Μέσα από την πλοκή, αναδύονται οι χαρακτήρες και το ιστορικό υπόβαθρο, αλλά καθώς έχει μεταφερθεί σε πιο σύγχρονη εποχή, αποδεικνύει την σταθερότητα της αδυναμίας των ανθρώπων. Το έργο προσφέρει μια πολυεπίπεδη εμπειρία που προκαλεί σκέψη και συναίσθημα.
Το έργο
Ο Κένεντι Γκούντμαν (1900-1955) ήταν Βρετανός θεατρικός συγγραφέας γνωστός για τα έργα του που εξερευνούν την ανθρώπινη φύση σε περιόδους κρίσης. Με φόντο τον πόλεμο και την κοινωνική αναταραχή, τα έργα του Γκούντμαν προσφέρουν βαθιές αναλύσεις των χαρακτήρων και των σχέσεων τους, καθιστώντας τον μια σημαντική μορφή στο βρετανικό θέατρο του 20ου αιώνα. «Η Σκόνη του Δρόμου» είναι ένα έργο που, μέσα από τους πολυδιάστατους χαρακτήρες και το ρεαλιστικό του πλαίσιο, καταφέρνει να αναδείξει την ανθεκτικότητα και την ελπίδα που κρύβονται στην ανθρώπινη ψυχή, προσφέροντας μια εμπειρία που παραμένει ανεξίτηλη στη μνήμη του θεατή.
Το έργο διαδραματίζεται ένα βράδυ Χριστουγέννων των νέων καιρών και έρχεται να σκάψει στο βάθος των διλημμάτων εκείνων που καθορίζουν τον βίο ενός ανθρώπου ή την ιστορία μιας εποχής. Ίσως κιόλας κάθε ανθρώπου, κάθε εποχής. Κάποιος ζητιάνος ενοχλεί την Προύντενς και τη θεία της στο πλούσιο σπίτι τους, ζητώντας ελεημοσύνη. Η Προύντενς, ενώ διαβάζει την Γραφή, δεν δέχεται να τον δει, ούτε να του δώσει λεφτά, ενώ η θεία, καθώς η ανιψιά της απωθεί τον ζητιάνο, αισθάνεται άσχημα και το δείχνει, κάνοντας μια προσπάθεια να την ταρακουνήσει. Ο σύζυγός της Προύντενς λείπει σε δουλειά. Ωστόσο ένα άτομο μπαίνει στο σπίτι τους, με τρόπο «μεταφυσικό» και προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί τους. Όταν επιστρέφει ο άντρας της διαλευκαίνεται η υπόθεση και εκείνος ο ρόλος του ζητιάνου, αλλά και του ανθρώπου, που μπορεί να μπει σε κάθε σπίτι, οποιαδήποτε στιγμή. Μοιραία γίνεται λόγος για την «αναθεωρημένη» υπόσχεση, που ο σύζυγός της είχε δώσει στον φίλο του, να φυλάσσει κάποια χρήματα για να τα πάρει το παιδί του αν εκείνος δεν γύριζε από τον Πόλεμο. Η Προύντενς αν και το όνομά της σημαίνει σωφροσύνη φέρθηκε με ακραία περιφρόνηση στον ζητιάνο. Ο ζητιάνος φάνηκε σαν τη λυδία λίθο, σαν το άτομο που κάλεσε τον ανώνυμο επισκέπτη, που με την παρουσία του και τα κυρίως με τα αιχμηνρά λόγια του μπόρεσε να ξεσκεπάσει το ηθικό τέλμα στο οποίο είχε πέσει ο ίδιος και στη επιλεκτική λήθη, στην οποία είχαν υποπέσει όλοι οι του σπιτιού, υπεξαιρώντας τα προς φύλαξη χρήματα.
Η παράσταση
Το έργο συμπεριλήφθηκε στις χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις του Δήμου Κορίνθου και μαζί με την Χορωδία «Μελίφωνο δημιουργήθηκε το κατάλληλο κλίμα , που συμπεριέλαβε όλους τους δημότες σε μια εορταστική ατμόσφαιρα. Δόθηκαν πολλές παραστάσεις για σχολεία και για συλλόγους και όλοι ενθουσιάστηκαν, ενώ παράλληλα συγκινήθηκαν από την υπέροχη απόδοση του κειμένου και των νοημάτων.
Η Προύντενς ( Αναστασία Ρουστέμη- Γκουργιώτη και Κική Τσόγκα) μια φιγούρα, αρχοντική και αυστηρή κάθεται αμέριμνη μπροστά στο τζάκι της και ούτε που γυρνά να δει ποιος χτυπά την πόρτα της μέσα στο βράδυ. Η θεία της ( Μαρία Ρουσσσέτου), μια αγνή γυναίκα, ευπροσήγορη, κινείται με ήθος και πραγματικά πληγώνεται όταν η ανιψιά της αποπέμπει τον φτωχό και την στέλνει για ύπνο. Ο ζητιάνος( Φίλιππος Ανδριτσάκης) με το παρουσιαστικό του προβάλει κάπως απειλητικός για την αστική νιρβάνα της οικογένειας και απωθείται συλλήβδην.
Ο σύζυγος της Προύντενς, ο Πίτερ (Βλάσσης Ζαφείρης) μπαίνει στο σπίτι ανυποψίαστος, αλλά σταδιακά με την παρουσία του μυστηριώδους επισκέπτη (Κωνσταντίνος Νικολάου), που με την σταδιακή επιμονή του, «φρεσκάρει» τη μνήμη του και τον ενεργοποιεί ηθικά. Ο επισκέπτης του δείχνει τον δρόμο και του θυμίζει τί περνά κάποιος που αρνείται τον εαυτό του, τον θεό μέσα του, που έλεγε ο Καζαντζάκης, το μεγάλο μάτι και αυτί που έχουμε όλοι μέσα μας, δηλαδή την συνείδησή μας. Εξαιρετικοί και ο Βλάσσης Ζαφείρης και ο Κωνσταντίνος Νικολάου σε αυτή την αποκαλυπτική σκηνή με τις επώδυνες εξομολογήσεις.
Η σκηνοθεσία ήταν του Κωνσταντίνου Νικολάου ουσιαστική και λειτουργική απογειώθηκε από τη μουσική του Κώστα Μπίγαλη, που παραχώρησε τη μουσική του στο Κορινθιακό Θίασο «Βασίλης Ρώτας» .
Ένας βλάκας και μισός
του Δημήτρη Ψαθά
Τον Ιανουάριο 2026 το Κορινθιακό Θέατρο « Βασίλης Ρώτας» παρουσίασε στο Δημοτικό Θέατρο Κορίνθου « Θωμάς Θωμαΐδης» την κωμωδία του Δημήτρη Ψαθά « Ένας βλάκας και μισός» θεατρικό έργο του Δημήτρη Ψαθά, σε σκηνοθεσία και Χορογραφία της Άννας Λη.
Το έργο του Ψαθά «Ένας βλάκας και μισός» έχει παιχτεί κι έχει ξαναπαιχτεί και θα παίζεται διαρκώς, όσο υπάρχει θέατρο. Εξάλλου, όσες φορές και να το δει κανείς, είναι βέβαιο ότι θα γελάσει, ακόμη κι αν έχει μάθει τις ατάκες απ’ έξω. Διαπομπεύονται όχι οι χαρακτήρες και η αφέλεια ενός ανθρώπου, αλλά η κοινωνική υποκρισία, η συμφεροντολογία και οι σαθρές αντιλήψεις γύρω από την επιβίωση ερπετών ανθρώπων. Ο Ψαθάς παρουσιάζει τη βλακεία σαν σύνδρομο που εκδηλώνεται τόσο σε ατομικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Όλοι οι χαρακτήρες είναι ανώριμοι και συμπεριφέρονται σαν μικρά παιδιά που θέλουν να κλέψουν το γλυκό από το βάζο.
Το έργο
Ένας αφελής άντρας παγιδεύεται από μια πονηρή χήρα, η οποία ζει πλουσιοπάροχα από την ασφάλεια του δήθεν νεκρού συζύγου της. Όταν ο τελευταίος εμφανίζεται εκείνη θα βάλει τον φίλο της να τον σκοτώσει και εκείνος θα καταλήξει στο δικαστήριο, για να απαλλαχθεί τελικά λόγω βλακείας. Οι χαρακτήρες είναι κυνικοί αδιαφορούν παντελώς για τις επιθυμίες ή την αξιοπρέπεια του άλλου. Το ύστατο στοιχείο της κωμικότητας είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά στην ύψιστη βλακεία της πονηριάς, που διατίθεται να φτάσει στα άκρα. Το γέλιο του θεατή είναι η συμμετοχή μπροστά σε μια γνώριμη πραγματικότητα.
Η Ουρανία, η τριανταπεντάρα χήρα του μακαρίτη κυρ – Σωτήρη, κρίνεται λογικό να παντρευτεί έναν άντρα που δεν ήθελε, είκοσι χρόνια μεγαλύτερό της, γιατί είχε λεφτά. Με το που χήρεψε τα έμπλεξε και με τον Καραμήτσο και με το Χατζημελέτη. (Εξάλλου, και όσο ζούσε ο κυρ – Σωτήρης, η γειτονιά είχε να λέει πολλά…). Το υποκριτικό της πένθος με το πανάκριβο μνημόσυνο και την παρουσία του μητροπολίτη, τα καινούργια μαύρα φορέματα και τις κραυγές οδύνης είναι το θέατρο, που πρέπει να παιχτεί μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής αποδοχής. Η υπερβολή είναι το επιστέγασμα του κύρους. Από την πλευρά του, ο κόσμος, αν και γνωρίζει καλά τις διαθέσεις της χήρας, θα παίξει το δικό του ρόλο παριστάνοντας ότι συμμετέχει στη θλίψη. Το θεαθήναι μετατρέπεται σε κοινωνική αποστολή. Θα λέγαμε ότι ως ένα βαθμό, όλα αυτά κρίνονται αναπόφευκτα. Η υποκρισία είναι αλληλένδετη με την κοινωνική συμπεριφορά. Θα μπορούσε κάποιος ακόμη και να συμπονέσει τη χήρα για όλη αυτή τη ματαιότητα που πρέπει να υποστεί.
Η ηλιθιότητα της Ουρανίας αφορά πρωτίστως τις επιλογές της ιδιωτικής της ζωής. Τάζει γάμο στον κουτο – Θωμά και τον εκμεταλλεύεται προκειμένου να φέρει σε πέρας διάφορες εκκρεμότητες – κυρίως στην είσπραξη της ασφάλειας, που προέβλεπε παχυλή αποζημίωση σε περίπτωση θανάτου του συζύγου – γνωρίζοντας ότι είναι ερωτευμένος μαζί της πάνω από εικοσαετία. Τον φέρνει στα άκρα προτείνοντας τη σεξουαλικότητα, αλλά ποτέ δεν τον αφήνει να απλώσει χέρι. Την περίπτωση να εξαγριωθεί ο Θωμάς και να υπάρξουν ακρότητες ούτε που την υπολογίζει, ακόμη κι όταν η μητέρα της την προειδοποιεί γι’ αυτό. Όταν εμφανίζεται ο σύζυγος, που κάθε άλλο παρά είναι νεκρός, προτείνει στο Θωμά να τον δολοφονήσει στο όνομα της μελλοντικής ευτυχίας που του υπόσχεται. Το ότι τελικά ο Θωμάς δέχεται και προσπαθεί να τον δηλητηριάσει δεν την προβληματίζει στο ελάχιστο.
Κι εδώ δεν έχει σημασία η αποτυχία της απόπειρας – το δηλητήριο αποδεικνύεται ζαχαρίτσα – αλλά η ψυχολογική κατάσταση του Θωμά, που αποδεικνύεται ικανός για τα πάντα. Η επιπολαιότητα της Ουρανίας κρύβεται ακριβώς στην αίσθηση της παντοδυναμίας πάνω στον άλλο, που νομίζει ότι μπορεί να τον εξευτελίσει μέχρις εσχάτων χωρίς την ελάχιστη συνέπεια. Αδυνατεί να κατανοήσει τα αυτονόητα, αφού ο Θωμάς πράγματι θα γινόταν ανεξέλεγκτος και θα την εκδικούταν, όταν θα ένιωθε προδομένος – πράγμα που τελικά έγινε στο δικαστήριο της τρίτης πράξης. Από την άλλη, έχοντας το χρήμα της ασφάλειας είναι έτοιμη να παντρευτεί το νεαρό – πλην άφραγκο – Χατζημελέτη βάζοντας τον εαυτό της στη θέση του συζύγου της, που προσπαθεί να εξοντώσει. Η διαχείριση του μέλλοντος είναι αδύνατη για την Ουρανία.
Από την άλλη, ο κυρ Σωτήρης, ο σύζυγος, δεν έχει άλλη σκέψη από το χρήμα. Στην ουσία δεν έχει αγαπήσει τίποτε. Ακόμη κι όταν ομολογεί στο Θωμά ότι γνωρίζει πως η Ουρανία τον απατά δηλώνει αδιάφορος: «Όταν μ’ απατά, νομίζει πως δεν το ξέρω… χε, χε, χε… Δε με νοιάζει… Εγώ τα λεφτουδάκια ξέρω. Μόνο τα λεφτουδάκια αγαπάω». Όταν μετά το ναυάγιο κατάφερε να σωθεί περνώντας στην Τουρκία πάνω σε μια σανίδα, το πρώτο που σκέφτηκε ήταν ότι, αν όλοι τον θεωρούσαν πνιγμένο και θα μπορούσε να εισπράξει τα λεφτά της ασφάλειας. Δεν έδωσε κανένα στοιχείο στους χωροφύλακες που τον βρήκαν με αποτέλεσμα να μπει φυλακή – προς μεγάλη του χαρά – για ένα χρόνο, εξασφαλίζοντας ότι δε θα υπήρχε η ελάχιστη υποψία ότι είναι ζωντανός. Έφτασε στο σπίτι προς κατάπληξη όλων, μία μόνο μέρα πριν το μνημόσυνο. Φυσικά, δίνει εντολές να γίνουν όλα κανονικά. Κανείς δεν πρέπει να μάθει ότι ζει. Με τίποτε δεν πρέπει να κινδυνέψουν τα λεφτά της ασφάλειας.
Ζητάει από τη γυναίκα του τη βαλίτσα με τα λεφτά. Αμέσως μετά κάνει φασαρία για τα ποσά που ξοδεύτηκαν για την κηδεία και το μνημόσυνό του και απαιτεί από το Θωμά να ακυρώσει την παρουσία του μητροπολίτη που του στοιχίζει ένα χιλιάρικο: «Να τον κόψεις το μητροπολίτη! Δε θέλω μητροπολίτη… Εννιακόσιες δραχμές για παπάδες! … Πόσους παπάδες πήρες μωρέ; … Γιατί δεν τους έκανες παζάρια; … Διακόσιες πενήντα δραχμές για κόλλυβα! Πα, πα, πα! Μα εσείς ξεσηκωθήκατε να θρέψετε τη γειτονιά! … Από μια χουφτίτσα φτάναν … έπρεπε να πάει όλη η ασφάλεια σε κόλλυβα;» Κι αφού περνά αυτό έρχεται άλλος καημός να τον βασανίσει: «Καίγεται η ψυχή του, λέει που έχει τόσα λεφτά στα χέρια του και δεν μπορεί να τα τοκίσει! … Έκατσε κι έκανε λογαριασμό. Σε τόσες μέρες πόσους τόκους χάνει».
Όταν ο ξάδερφος της υπηρέτριας, ο Αναστάσης, του κλέβει τα λεφτά δε διστάζει να βγει ουρλιάζοντας στο σαλόνι όπου είναι μαζεμένος όλος ο κόσμος του μνημόσυνου. Προκαλείται πανικός! Σκάνδαλο! Στην τρίτη πράξη θα δικαστεί μαζί με τη γυναίκα του για εξαπάτηση της ασφαλιστικής εταιρείας. Η καταδίκη είναι βέβαιη… Η ηλιθιότητα του κυρ – Σωτήρη εκδηλώνεται ως συναισθηματικός ακρωτηριασμός. Σε τελική ανάλυση δεν αγαπάει ούτε τον εαυτό του. Προτίμησε να μείνει φυλακή για ένα χρόνο ζώντας την ευτυχία των χρημάτων που θα αποκτούσε. Φανερώθηκε διακινδυνεύοντας τα πάντα προκειμένου να πιάσει τον κλέφτη. Κι ας μην εννοηθεί ότι αυτό ήταν μια ασυλλόγιστη πράξη πάνω στον πανικό του. Έχει ήδη αποδείξει ότι δεν υπολογίζει τη φυλακή, αν είναι για το χρήμα. Εξάλλου, τα σχέδιά του να διαφύγει στην Αργεντινή με τα λεφτά της ασφάλειας δεν έχουν πια καμιά αξία. Θα έλεγε κανείς ότι μετά την κλοπή ολόκληρη η ζωή του δεν έχει καμιά αξία.
Η παράσταση
Η Ουρανία ( Κυριακή Δάρα) είναι εξαιρετική, προκλητική, όπως ακριβώς θα την ήθελε ο Ψαθάς. Δεν έχει καμία ενσυναίσθηση. Χειραγωγεί τους ανθρώπους με την ομορφιά της και δεν κατανοεί ότι απλά φέρει επί σκηνή το όμορφο σαρκίο της. Η μητέρα της η κυρά Θοδώρα (Αναστασία Ρουστέμη- Γκουργιώτη) την έχει σαφώς γαλουχήσει με αυτά τα πρότυπα, αλλά την προειδοποιεί και για τον κίνδυνο να «ξυπνήσει» ο χαζοθωμάς. Ακόμα και στο δικαστήριο επιμένει στις απόψεις της και οι δυο λένε ότι θίγεται η τιμή της οικογένειάς τους. Είναι μια καλοβαλμένη και καλοβολεμένη γυναίκα. Η ηθοποιός την αποδίδει σωστά. Όταν ο Φώτης, ο φωτογράφος ( Βλάσσης Ζαφείρης), προειδοποίησε το Θωμά για τις σχέσεις της Ουρανίας με τον Καραμήτσο ( Νίκος Σωτηρόπουλος), η κυρα – Θοδώρα έδωσε παράσταση: «Μα πώς πίστεψες αυτόν τον παλιάνθρωπο, Θωμά; Ξέρεις τι κάθαρμα είναι αυτός;» Επί της ουσίας είναι ίδια με την κόρη της. Το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει.
Ο Σωτήρης (Φίλιππος Ανδριτσάκης) είναι ένας άνθρωπος που το ξεκαθαρίζει ότι το μόνο που αγαπά ακραία είναι τα λεφτά του. Τα κάνει όλα για τα λεφτά. Δεν ενδιαφέρεται για τίποτα, ακόμα κι ότι η γυναίκα του τον απατούσε. Ο ηθοποιός είναι εξαιρετικά εκφραστικός. Εμφανίζεται ξαφνικά, ενώ όλοι τον θεωρούσαν νεκρό, μπαίνει στο σπίτι του, κάνει το μπάνιο του, ενημερώνεται για τα έξοδα της κηδείας του και εξοργίζεται με τις σπατάλες και αργότερα σχεδόν γυμνός τρέχει μέσα στο σαλόνι για να κυνηγήσει τους κλέφτες της βαλίτσας με τα λεφτά της ασφάλειας. Ο Ψαθάς δημιουργεί ένα γνώριμο σε όλους πρόσωπο, έναν άνθρωπο καιροσκόπο, που δεν διστάζει να «πεθάνει» για να κερδίσει λεφτά.
Ο χαζοθωμάς δεν είναι καθόλου χαζός. Είναι ένας αγνός άνθρωπος, που αναγκάζεται να φερθεί ανάλογα με τα προστάγματα της κοινωνίας. Ωθείται να γίνει ακόμα και φονιάς. Αγαπά πραγματικά και δίνεται πραγματικά γιατί ο ίδιος δεν έχει και πολλές εμπειρίες ούτε τον βοηθά η εμφάνισή του. Ο Δημήτρης Τσάγρης, τον αποδίδει αυθεντικό όπως είναι. Η στάση του δείχνει το πόσο έχει ανάγκη να αγαπηθεί και να προσφέρει. Τον εκμεταλλεύονται, τον εμπλέκουν, αλλά σώζεται ευτυχώς, λόγω βλακείας. Δεν βλέπει καν το ενδιαφέρον που του δείχνει η Ανθή, η υπηρέτρια (Κατερίνα Γιουγκ), που τον αγαπά σιωπηλά και όλο πέφτει δήθεν τυχαία πάνω, του και όλα αναστενάζει από καημό δίπλα του. Οι δυο κάνουν έναν δίδυμο , αυτό των υπηρετών, όπως ο Αρλεκίνος και η Κολομπίνα στην Κομέντια ντελ άρτε. Είναι μια ανάσα σε αυτή την κατά τα άλλα διατοπική κωμωδία, που αναδεικνύει το γλωσσικό νυστέρι του Ψαθά.
Η δικηγόρος της Ουρανίας στο δικαστήριο είναι η Γιώτα Κλεπετσάνη, ενώ η δικηγόρος της ασφαλιστικής η Μαρία Ρουσσέτου. Η αντιδικία των δυο τους μαζί με την Πρόεδρο του δικαστηρίου Κική Τσόγκα και τον εισαγγελέα Κωνσταντίνο Νικολάου, δομούν μια γκροτέσκο σκηνή και προκαλούν το γέλιο ,ενώ αποδεικνύουν το σαθρό κλίμα ακόμα και εκεί.
Ο περιρρέον κόσμος η Κατερίνα Παπαϊωάννου και η Λίτσα Parliamenti είναι οι γειτόνισσες, είναι αυτές που από τη μια χαιρετούν , από την άλλη κριτικάρουν και καταδικάζουν. Η βλακεία γίνεται ψυχολογικό σύνδρομο που χρήζει βοήθειας και ο κοινωνικός περίγυρος το επιδεινώνει σ’ ένα φαύλο κύκλο ανοησίας. Το ερώτημα του Ψαθά, αν και δε διατυπώνεται, είναι ξεκάθαρο. Τελικά ποιος είναι ο βλάκας;
Εξαιρετικό και διεισδυτικό το βλέμμα του Ψαθά, το ανέδειξε η σκηνοθεσία της Άννας Λή μέσα από την εμπειρία της στο θέατρο. Η ίδια ανέλαβε τις χορογραφίες και τη μουσική και καλλιτεχνική επιμέλεια. Έδωσε ρόλο σε όλα τα μέλη του Κορινθιακού θιάσου, ενώ τους έβαλε όλους να χορέψουν σε δυο ευφάνταστες χορογραφίες, προσαρμοσμένες στις δυνατότητές τους, στην αρχή και το τέλος της παράστασης.
Κάθε θεατρική δράση ενισχύει το πνεύμα της συνεργασίας ανάμεσα στα μέλη της ομάδας. Αυτή είναι η μαγεία του θεάτρου. Όταν αγαπά κάποιος το θέατρο έχει πάντα να παίρνει από τους δασκάλους του. Κάθε σκηνοθετική προσέγγιση, είναι μια άλλη σπουδή, ένα ακόμη βιβλίο, μια μελέτη, που μόνο καλύτερο μπορεί να κάνει τον ηθοποιό, εμπλουτίζει τη θεατρική του παιδεία και διευρύνει τους ορίζοντές του.
Επικοινωνία
“Είμαστε κοντά σε κάθε σκηνή
που ζωντανεύει τον πολιτισμό.”
Ακολουθήστε μας
Newsletter
© 2025. All rights reserved.


