KONTAKTHOF της Pina Bausch

Μια σύμπραξη του Εθνικού Θεάτρου με το Pina Bausch Foundation

✍🏻 Γράφει: η Θεατρολόγος Μαρία Μαρή

Η Πίνα Μπάους (Pina Bausch, 1940-2009) υπήρξε μια από τις πιο σημαντικές και ανατρεπτικές μορφές του σύγχρονου χορού και θεάτρου, φέρνοντας επανάσταση με τη δημιουργία του χοροθεάτρου Tanztheater Wuppertal.

Η τέχνη της, που χαρακτηρίζεται από «σπάνια διαύγεια» ακρίβεια και ευθύτητα, εστιάζει στις ακραίες καταστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης και στις σύνθετες ανθρώπινες σχέσεις. Η άποψή της ξεκάθαρη είναι ξεκάθαρη, εξάλλου δηλώνει : «Δεν με ενδιαφέρει πώς κινούνται οι άνθρωποι, αλλά τί τους κινεί». Αυτή είναι η πεμπτουσία της θεωρίας και της πράξης της.

Τεράστια επιτυχία σημείωσε τον φετινό χειμώνα, το Kontakthof, η ξεχωριστή σκηνική αναβίωση ενός από τα πιο εμβληματικά έργα της σπουδαίας χορογράφου Pina Bausch Έλαβαν χώρα 28 παραστάσεις στο Εθνικό Θέατρο και την παρακολούθησαν 13512 θεατές.

Η ξεχωριστή σκηνική αναβίωση ενός από τα πιο εμβληματικά έργα της σπουδαίας χορογράφου επιστρέφει την άνοιξη, από τις 17 Απριλίου 2026, στην Κεντρική Σκηνή του Κτηρίου Τσίλλερ, για 11 ακόμα παραστάσεις.

37 χρόνια μετά την πρώτη παρουσίασή του στην Ελλάδα, στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, τον Σεπτέμβριο του 1988, από το Tanztheater Wuppertal, η παράσταση παρουσιάζεται στο Εθνικό Θέατρο με 23 ξεχωριστούς ερμηνευτές και ερμηνεύτριες από την Ελλάδα, χορευτές από 21 έως 55 χρόνων, που επιλέχθηκαν ειδικά για αυτή την παραγωγή.

Η σκηνική αυτή αναβίωση τελεί υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση των Josephine Ann Endicott, μέλους της αρχικής διανομής του 1978 και επί χρόνια βοηθού της Pina, και του Δάφνι Κόκκινου, μέλους του Tanztheater Wuppertal και βοηθού της Pina από το 1993, σε συνεργασία με την Anne Martin - επίσης μέλος της αρχικής διανομής - και τον Scott Jennings, διευθυντές προβών του Foundation.

Το έργο

Το Kontakthof παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1978 στην Όπερα του Wuppertal και αποτελεί ορόσημο της πρώιμης περιόδου της Bausch και κομβικό παράδειγμα της συνεργασίας της με τον σκηνογράφο και ενδυματολόγο Rolf Borzik, ο οποίος διαμόρφωσε την εικαστική γλώσσα του θιάσου εκείνα τα καθοριστικά χρόνια. Το έργο συνεχίζει να περιοδεύει μέχρι σήμερα, συχνά και με διαφορετικές γενιές: το 2000 με το «Κυρίες και Κυρίους άνω των 65 ετών» και το 2008 με εφήβους ηλικίας από 14 έως 18 ετών - κάθε φορά θέτοντας εκ νέου το ερώτημα τι σημαίνει «επαφή» σε διαφορετικές ηλικίες.

Η Pina Bausch είχε πει ότι «Το Kontakthof, είναι ένας τόπος όπου συναντιούνται άνθρωποι που αποζητούν επαφή. Να αναζητήσεις τον εαυτό σου , να φανερώσεις τον εαυτό σου, να τον αρνηθείς. Εκφράζονται οι φόβοι οι επιθυμίες, οι απογοητεύσεις, η απελπισία, οι πρώτες εμπειρίες, οι πρώτες απόπειρες, η τρυφερότητα και ό,τι προκύπτει απ' αυτή - αυτό ήταν το σημαντικό θέμα στο έργο. [...] Να αποκαλύπτεις πτυχές του εαυτού σου, να ξεπερνάς τον εαυτό σου.» Η ίδια, η Pina Bausch άλλωστε, δεν ενδιαφερόταν «για το πώς κινούνται οι άνθρωποι αλλά για το τί είναι αυτό που τους κινεί» την ενδιέφεραν τα συναισθήματα, η επιθυμία, η ανασφάλεια, η ανάγκη για επικοινωνία, η μοναξιά.

Όπως αναφέρουν οι καλλιτεχνικοί Διευθυντές της παραγωγής, Josephine Ann Endicott και Δάφνις Κόκκινος, «εκείνο που αντέχει στον χρόνο στο Kontakthof της Pina Bausch είναι η παρουσία των ανθρώπων και της καθημερινότητάς τους πάνω στη σκηνή, που αποκαλύπτει τις επιθυμίες τους, τις ανασφάλειές τους, τον πόθο τους για οικειότητα και αγάπη».

Η παράσταση

Η Μπάους κατήργησε τα στενά όρια μεταξύ χορού και θεάτρου, δημιουργώντας μια νέα μορφή σκηνικού θεάματος και αυτό υπηρετήθηκε απόλυτα σε αυτή την παράσταση του Kontakthof στο Εθνικό Θέατρο. Αυτό που μετρά είναι η ειλικρινής έκφραση των συναισθημάτων, μέσα στην παράσταση και απέναντι στο κοινό, έτσι αυτό είναι που γίνεται συμμέτοχος σε ό, τι συμβαίνει επί σκηνής. Η παράσταση αποτελείται από μια διαδοχή σκηνικών εικόνων (σκετς) και συναισθηματικών καταστάσεων. Έτσι καλύπτονται περισσότερες αποχρώσεις των ανθρώπινων σχέσεων.

Θέμα της παράστασης είναι ο έρωτας, η μοναξιά, η έλλειψη επικοινωνίας, η σκληρότητα και η βία. Επαναλαμβανόμενες δράσεις και χειρονομίες ξανά και ξανά. Ένας χορός, μια επιθετική κίνηση που απευθύνεται στον άλλον με ανταπόκριση του σώματος. Μια γλαφυρή απεικόνιση της πραγματικότητας. Το Kontakthof είναι ένας τόπος συνάντησης 23 ανθρώπων σε μιαν αίθουσα χορού που αναζητούν με κάθε τρόπο την ανθρώπινη επαφή, αυτή την ουσιαστική επαφή, που είναι τόσο δυσεύρετη, τόσο σπάνια στις μέρες μας.

«Εγώ είμαι απ’ το Παρίσι!» λέει μια κοπέλα, ενώ η Βίκυ Βολιώτη λέει με στρυφνό και υπαινικτικό, σνομπιστικο ύφος: «Κι εγώ είμαι απ’ τα Γιαννιτσά! Και είμαι παντρεμένη!». Ένας άντρας κυνηγά μια γυναίκα απειλώντας της με ένα ψόφιο ποντίκι, έτσι σαν αρχετυπικό παιχνίδι μόνο και μόνο για να τη βλέπει να φοβάται. Πόρτες ανοίγουν και κλείνουν. Μια νεαρή γυναίκα με υπέροχη έκφραση ζητιανεύει από το κοινό ένα νόμισμα για να βάλει μπρος και να καβαλήσει ένα κουνιστό πόνυ που δουλεύει με νομίσματα. Κατακρήμνιση! Η Μπάους ζητά από τους χορευτές να παρουσιάσουν τα μέρη του σώματός τους που δεν τους αρέσουν. Τα μαλλιά σηκώνονται προς τα πίσω, τα δόντια απογυμνώνονται σε ένα χαμόγελο-γκριμάτσα, μέρος του κορμιού αποκαλύπτεται στο κοινό.

Ο ερμηνευτής, αλλά και ο θεατής βρίσκει τον εαυτό του στην σκηνή, στην άδεια αγκαλιά, στην αγωνιώδη αναζήτηση , στην επιθετική απώθηση. Ένα συγκλονιστικό θέαμα με εκπληκτικές ερμηνείες από απόλυτα πειθαρχημένους 23 χορευτές – ηθοποιούς ( Θανάσης Ακοκκαλίδης, Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου, Βίκυ Βολιώτη, Κατερίνα Γεβετζή, Δημήτρης Γεωργιάδης, Μαριλένα Δάρα, Δάφνη Δρακοπούλου, Νίκος Ζιάζιαρης, Ναταλία Καλογεροπούλου, Δημήτρης Κολλιός, Μελίνα Κόντη, Νίκος Κουσούλης, Κωνσταντίνος Κοντογεωργόπουλος, Νίκος Λεκάκης, Δημήτρης Μανδρινός, Ιωάννης Μπάστας, Αλεξάνδρα Όσπιτση, Εβίνη Παντελάκη, Πύρρος Θεοφανόπουλος, Έλσα Σίσκου, Βασιάνα Σκοπετέα, Σάνια Στριμπάκου) που επικοινώνησαν το ίδιο θέμα και έζησαν την ίδια αδιέξοδη κατάσταση με τις σχέσεις. Σχέσεις που ξεκινούν με προσμονή και αδειάζουν μετά από λίγο περιμένοντας μιαν άλλη αγκαλιά, που και αυτή αδειάζει και περιμένει μιαν άλλη και πάει λέγοντας.

Η αισθητική είναι πολύ χαρακτηριστική. Τα κοστούμια υπέροχα και η κίνηση των ερμηνευτών ανάλογη. Η αφήγηση γίνεται σε διάφορες γλώσσες γιατί σε κάθε γλωσσικό πεδίο οι άνθρωποι είναι ίδιοι και οι καταστάσεις παρόμοιες.

Είναι μια προσωποποιημένη παράσταση. Η κίνηση όλων απόλυτα συντονισμένη. Είναι μια ομάδα ηθοποιών - χορευτών , που λειτουργούν ο ένας για τον άλλον. Μια παράσταση , που αφορά τις ανθρώπινες σχέσεις. Μοιραία στο αδιέξοδο έρχεται και η τρέλα. Αξιοσημείωτη η επικοινωνία ανάμεσα στα φύλα, μια διαδοχική άδεια αγκαλιά, που περιμένει να ξαναγεμίσει για να αδειάσει ξανά.

Παράλληλα η διαχείριση του γυναικείου σώματος ένα ανδρείκελο, μια κούκλα του σεξ. Αυτό είναι άραγε ο άνθρωπος; Ένα σώμα προς χρήση; Όχι βέβαια !

Η παράσταση είναι μια διαρκής αναζήτηση της αγάπης, που δεν έρχεται πάντα, ή αν έρχεται φεύγει εύκολα και ξανάρχεται ή και όχι. Η αναζήτηση είναι συνεχής. « Αγάπη μου , αγάπη μου !» Η παράσταση είναι ένα παλίμψηστο εμπειριών σωματικών και ψυχικών ιστοριών και εμπειριών. Είναι σημαντική η βλεμματική απεύθυνση των ηθοποιών μεταξύ τους και με το κοινό. Αντί για την "ωραία" γραμμή του μπαλέτου, η Pina Bausch αναζητούσε την ειλικρίνεια στην καθημερινή χειρονομία, ώστε να είναι εύληπτη και απόλυτα κατανοητή και βιώσιμη από τον καθένα. Με σαγηνευτικά χαμόγελα και κυκλικές κινήσεις των γοφών σε σχήμα «ω» , οι χαρακτήρες της Πίνα Μπάους αποζητούν απεγνωσμένα την επαφή και την επικοινωνία.

Το Χοροθέατρο είναι το ίδιο το κοινό. Αυτή ήταν η πρόθεση της Pina Bausch και αυτή υπηρετήθηκε άψογα από το σύνολο των χορευτών – ηθοποιών του Kontakthof.

Υπάρχει πάντα αυτή η αίσθηση του ανικανοποίητου. Οι χορεύτριες επιζητούν να καβαλήσουν ένα μηχανικό αλογάκι για παιδιά, σύμβολο της αυτοϊκανοποίησης, σίγουρης, μοναδικής και απέλπιδος λύσης στις απρόσωπες και άδειες αγκαλιές.

Η Pina Bausch και οι διαχρονικές χορογραφίες της μπόρεσαν και μπορούν να αποδώσουν την ερημιά του σύγχρονου ανθρώπου, την απόγνωσή του και την ανάγκη του για επικοινωνία, συντροφικότητα και αγάπη.

Πρόκειται για ένα καταπληκτικό θέαμα, ειδικά για όσους από εμάς είχαμε παλιότερα ζήσει και λατρέψει την Pina Bausch στην Αθήνα και είχαμε και έχουμε ταυτιστεί με τις χορογραφίες της, που μας αφορούν σε πρώτο πρόσωπο.

Η Πίνα Μπάους (Pina Bausch ) επηρέασε καθοριστικά τη σύγχρονη τέχνη, τον τρόπο που σκαφτόμαστε και αντιδρούμε απέναντι στις καταστάσεις και μονίμως αποζητά την αρμονική συνύπαρξη όλων όσων ασχολούνται με την τέχνη. Αντί για την "ωραία" γραμμή του μπαλέτου, αναζητούσε την ειλικρίνεια στην καθημερινή χειρονομία, στην αμεσότητα, την αυθεντικότητα, που διδάχτηκε και υπηρετήθηκε στην παράσταση του Kontakthof .

Η αντιπαλότητα και αντιπαράθεση των δύο φύλων κλιμακώνεται με χειρονομίες, επιθετικές κινήσεις, τσιμπήματα και χαστούκια. Δυνατές σκηνές οδηγούν στην ατελέσφορη σχέση των δύο φύλων. Η βία διαδέχεται την στοργικότητα. Η αγκαλιά γίνεται δάγκωμα αυτιού, χτύπημα τακουνιού, κεφαλοκλείδωμα και πρόκληση πόνου από τον έναν στον άλλον στο ζευγάρι. Η ένταση και η βία παρουσιάζεται σαν αναπόφευκτη κατάληξη μιας σχέσης, καλύπτεται δε με μιαν επίφαση, ένα λούστρο καθωσπρεπισμού και κοινωνικής ομαλότητας.

Σε κάποιο σημείο της παράστασης, οι ηθοποιοί κάθονται σε καρέκλες με την πλάτη γυρισμένη στο κοινό, και τότε προβάλλεται σε μια οθόνη ένα σύντομο οικολογικό ντοκιμαντέρ με θέμα τις αγριόπαπιες. Ο θεατής τοποθετείται στην ασυνήθιστη θέση να παρατηρεί ένα οικολογικό θέμα, άρα καίριο για τη βιωσιμότητα του ανθρώπινου είδους. Είναι ένα «σκούντημα» στον θεατή για να σκεφτεί και επιτέλους να πάρει αποφάσεις για το μέλλον του, επίσης καθώς όλοι βλέπουν το ίδιο ντοκιμαντέρ συνειδητοποιούν ότι είναι θεατές και ερμηνευτές μέρος του ίδιου προβλήματος και ό,τι εξελίσσεται επί σκηνής ισχύει για όλους.

Ο χώρος όπου όλα αυτά εκτυλίσσονται είναι σαν αίθουσα χορού, ή αίθουσα χοροεσπερίδας. Δοκιμάζονται διάφορες απόπειρες, άλλοτε με επιτυχία, άλλοτε όχι. Τα όρια ανάμεσα στην «πρόβα» και την «παράσταση» καταλύονται, όπως ακριβώς και στη ζωή.

Το μουσικό τοπίο της παράστασης αποτελείται από μουσικές που έρχονται από ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν, συνθέσεις των Άντον Κάρας, Χουάν Λιόσας, Νίνο Ρότα, Ζαν Σιμπέλιους και κομμάτια Boogie-woogie ή σουίνγκ, δημοφιλή γερμανικά τραγούδια του Μεσοπολέμου και, κυρίως, αργεντίνικα τάνγκο, μουσικές που χαρακτηρίζονται από νοσταλγία, μελαγχολία και προδομένα όνειρα.

Δεν υπάρχουν λόγια για το σκηνικό, εικαστικό και ερμηνευτικό αποτέλεσμα. Μια απολαυστική παράσταση που δεν πρέπει κανείς να χάσει.

Ταυτότητα της παράστασης

Σκηνοθεσία - Χορογραφία: Pina Bausch
Συνεργασία: Rolf Borzik, Marion Cito, Hans Pop
Σκηνικά - Κοστούμια: Rolf Borzik
Μουσική: Charlie Chaplin, Anton Karas, Juan Llossas, Nino Rota, Jean Sibelius κ.ά.

Παγκόσμια πρεμιέρα: 9 Δεκεμβρίου 1978, Opernhaus Wuppertal

Αρχική διανομή: Arnaldo Alvarez, Elisabeth Clarke, Fernando Cortizo, Gary Austin Crocker, Mari Di Lena, Josephine Ann Endicott, Lutz Förster, John Giffin, Silvia Kesselheim, Ed Kortlandt, Luis P. Layag, Beatrice Libonati, Anne Martin, Jan Minarik, Vivienne Newport, Arthur Rosenfeld, Monika Sagon, Heinz Samm, Meryl Tankard, Christian Trouillas

Συντελεστές για το Εθνικό Θέατρο

Καλλιτεχνική διεύθυνση: Josephine Ann Endicott, Δάφνις Κόκκινος
Διεύθυνση δοκιμών: Scott Jennings, Anne Martin
Προσαρμογή σκηνικού: Gerburg Stoffel
Προσαρμογή κοστουμιών: Petra Leidner
Προσαρμογή φωτισμών: Roger Irman, Jo Verlei στη μνήμη του Jo Verlei
Σύμβουλος ήχου: Karsten Fischer
Συνεργάτης στην προσαρμογή κοστουμιών: Παύλος Θανόπουλος
Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια

Οι μεταφράσεις των κειμένων της παράστασης στα ελληνικά είναι του Γιώργου Δεπάστα.

Πνευματικά δικαιώματα παράστασης: Verlag der Autoren, Frankfurt am Main εκπροσωπώντας το Pina Bausch Foundation, Wuppertal.

Ερμηνεύουν (με αλφαβητική σειρά): Θανάσης Ακοκκαλίδης, Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου, Βίκυ Βολιώτη, Κατερίνα Γεβετζή, Δημήτρης Γεωργιάδης, Μαριλένα Δάρα, Δάφνη Δρακοπούλου, Νίκος Ζιάζιαρης, Ναταλία Καλογεροπούλου, Δημήτρης Κολλιός, Μελίνα Κόντη, Νίκος Κουσούλης, Κωνσταντίνος Κοντογεωργόπουλος, Νίκος Λεκάκης, Δημήτρης Μανδρινός, Ιωάννης Μπάστας, Αλεξάνδρα Όσπιτση, Εβίνη Παντελάκη, Πύρρος Θεοφανόπουλος, Έλσα Σίσκου, Βασιάνα Σκοπετέα, Σάνια Στριμπάκου

Φωτογραφίες παράστασης: Ανδρέας Σιμόπουλος
Φωτογραφίες promo: Karol Jarek
Βίντεο: Νίκος Πάστρας

Το Εθνικό Θέατρο επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού

Μέγας Χορηγός: ΔΕΗ