«Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΕΝΟΣ ΦΑΣΙΣΤΑ Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΤΣΑΦΟΥ» στο Θέατρο ΜΙΚΡΟΣ ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ

✍🏻 Γράφει: η Θεατρολόγος Μαρία Μαρή

Το αριστούργημα του Νίκου Κούνδουρου, που συγκλόνισε την θεατρική χρονιά 2025- 2026, συνεχίζεται για 6 ακόμη παραστάσεις στα πλαίσια των εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του. Το έργο είχε ξαναπαιχτεί πριν 15 χρόνια για 2 σεζόν με μεγάλη επιτυχία και επαναλαμβάνεται.

Μια αποτρόπαια Γυναικοκτονία συγκλονίζει την κοινή γνώμη στα χρόνια της Χούντας. Ο Νίκος Κούνδουρος πολιτικός μετανάστης στο Λονδίνο τότε, παρακολουθεί τη μεγάλη κοινωνική διάσταση που πήρε η πολύκροτη δίκη και με αφορμή αυτό το γεγονός, γράφει ένα συγκλονιστικό μονόδραμα.

Το έργο

Ένας φοιτητής της νομικής, σκότωσε με αποτρόπαιο τρόπο το κορίτσι με το οποίο είχε σχέση τρία χρόνια. Το πτώμα της νεαρής κοπέλας, πετάχτηκε από τον τρίτο όροφο ενός κεντρικού ξενοδοχείου της Αθήνας, ημίγυμνο μετά από ερωτική πράξη, στο πεζοδρόμιο σαν σκουπίδι. Ο Κούνδουρος μπαίνει με μεγάλη μαεστρία στο θολωμένο μυαλό του δολοφόνου.

Γράφει με λεπτομέρεια ακολουθώντας την αγωνία και την μανία καταδίωξης, του Θεόφιλου Τσάφου, ενός δολοφόνου ο οποίος μπέρδεψε το δικαστήριο και χαρακτηρίστηκε και σχιζοφρενής και σε απόλυτη συνείδηση.

Ο Κούνδουρος κάνει αναδρομή για να αποκαλύψει την παράνοια στη γέννηση ενός φασίστα.

Η παράσταση

Μέσα στην αίθουσα ενός δικαστηρίου, ο δολοφόνος Θεόφιλος Τσάφος καλείται, αλλά και ο ίδιος νιώθει την ανάγκη να απολογηθεί, καθώς έχει ήδη καταδικαστεί δις εις θάνατον και χωρίς ελαφρυντικά.

Ο Νίκος Κούνδουρος έχει κάνει μια βαθιά μελέτη στην ψυχολογία του εγκληματία αυτού, γιατί η αλήθεια είναι ότι είναι πολύ ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κάποιος πώς διαμορφώνεται ένας άνθρωπος σε φασίστα. Πώς ένας άνθρωπος βαθιά υποτιμημένος, κάνοντας υπερπροσπάθεια να αναδειχθεί, να φτάσει τους άλλους, τελειώνει τη νομική σχολή μελετώντας διπλάσια από ό, τι οι υπόλοιποι και πάντα προσπαθεί να αποδείξει την αξία του. Είχε ένα ψεύδισμα, που τον απέτρεπε από να ρητορεύει και να δικηγορεί, όμως και αυτό το έλεγξε με πείσμα. Στον στρατό μπόρεσε να γίνει αξιωματικός στις μυστικές υπηρεσίες. Διακρίθηκε και αυτό του έδωσε την αξία που επιζητούσε μια ζωή. Ο τρόπος του στρατιωτικού χαιρετισμού, προκαλεί θόρυβο και τρόμο, παράλληλα δίνει ένα τρομακτικό κύρος, που τον εδραιώνει.

Ο ίδιος δηλώνει ότι είναι ο Ρασκόλνικοφ. Ταυτίζεται με τον ήρωα του Ντοστογιέφσκι στο έργο «Έγκλημα και Τιμωρία». Έναν 23χρονο πρώην φοιτητή της Νομικής, εξαιρετικά ευφυή, που ζει μέσα στη φτώχεια στην Αγία Πετρούπολη, ο οποίος διακατέχεται από τη θεωρία του Υπερανθρώπου. Αναπτύσσει μια θεωρία ότι ορισμένοι «ανώτεροι» άνθρωποι (όπως ο Ναπολέων) έχουν το δικαίωμα να διαπράττουν εγκλήματα αν αυτό εξυπηρετεί έναν ανώτερο σκοπό. Όπως ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι έτσι και ο Τσάφος συνέλαβε τον εαυτό του να απομονώνεται από τους ανθρώπους, γινόταν εσωστρεφής και νόμιζε ότι ήταν ανώτερος από τους άλλους. Μετά το έγκλημα, ο Ρασκόλνικοφ δεν νιώθει «ανώτερος», αλλά βιώνει έντονη ψυχολογική πίεση, ενοχές, αγωνία και πυρετώδη παραλήρημα, γεγονός που τον καθιστά απομονωμένο και απόμακρο. Το ίδιο και αυτός ο δολοφόνος εδώ. Μοιάζει να αγαπά την Καίτη που σκότωσε, δείχνει βαθιά ενσυναίσθηση, ανθρωπιά και αυτοθυσία και θέλει να τιμωρηθεί. Είναι πολύ διαφορετικός από τον Μερσώ από τον «Ξένο» του Καμύ. Αυτός σκοτώνει απαθώς έναν Άραβα στην παραλία, χαρακτηρίζεται από ακραία συναισθηματική αδιαφορία, κυνισμό, ειλικρίνεια και παθητική στάση απέναντι στη ζωή.

Εδώ ο Τσάφος είναι ψυχολογικά αποδιοργανωμένος, ο ψυχίατρος τον έχει χαρακτηρίσει ψυχασθενή, που υποδύεται τον φυσιολογικό. Όταν σε ένα πάρκο η Καίτη χάραξε στο χώμα ένα τρίγωνο αυτό τον τάραξε επικίνδυνα. Ίσως γιατί το τρίγωνο αντιπροσωπεύει την αστάθεια και την σύγκρουση σε μια σχέση, ίσως την ύπαρξη ενός τρίτου προσώπου, γεγονός που του προκάλεσε φόβο και τρομερό πόνο στη βουβωνική χώρα. Το πρώτο αυτό σινιάλο συναγερμού, όπως έλεγε, τον καθιστά σε αδύναμη θέση φοβάται και αμέσως ξεκινά να γίνεται αμυντικός. Καταλαβαίνει τη διαφορά του με την Καίτη, που από τη μια θαυμάζει και αναρωτιέται πώς αυτός είναι με μια τέτοια κοπέλα, ενώ η μόνη περιοχή που υπερτερεί απέναντι σε αυτή και σε όλους είναι αυτή της υπηρεσίας του στη διακίνηση μηνυμάτων και μυστικών πληροφοριών στον στρατό επί Χούντας. Αυτή η υπηρεσία μαζί επίσης με την επισήμανση των αλλοφρονούντων και βέβαια τον βασανισμό και την τιμωρία τους τον καθιστά ένα πρόσωπο απαραίτητα για την εδραίωση ενός ανελεύθερου καθεστώτος από τη μια, από την άλλη όμως ένα πρόσωπο μισητό όπως οι δοσίλογοι επί Κατοχής.

Κάνει έργο ζωής να εξιχνιάσει σε ποια φοιτητική οργάνωση ήταν η Καίτη, να τους ξεσκεπάσει και να τους τιμωρήσει. Νομίζει ότι αυτή είναι η αποστολή του.

Ο Νίκος Πανόπουλος ταυτίζεται με αυτό το άτομο. Το βλέπεις επί σκηνής να προσπαθεί να πείσει ότι έκανε το έγκλημα, να τιμωρηθεί, αλλά όχι τόσο αυστηρά, γιατί επιτελούσε έργο και πέτυχε στην αποστολή του. Ένας παραστατικός, δικανικός λόγος και απολογία ενός άρρωστου μυαλού. Μιλά με στόμφο, κάνει παρατηρήσεις στους δικαστές, στον εισαγγελέα, διαφωνεί με τους δικηγόρους του , που θέλουν να τον βγάλουν τρελό για να γλιτώσει. Ο θάνατος τον τρομάζει, αλλά νιώθει ακέραιος και καταξιωμένος, όταν επί Χούντας δεν βοήθησε καν να σωθεί ο αντιστασιακός εξάδελφός του από θάνατο. Νιώθει ότι έκανε το χρέος του. Το κομπλεξικό, στερημένο, με περιορισμένες ικανότητες άτομο εξελίχθηκε σε Ιαβέρης για να νιώσει ότι έχει εξουσία. Κάπως έτσι έγινε και με την Καίτη.

Ο τρόπος με τον οποίο συνευρέθηκε μαζί της εκείνο το μοιραίο βράδυ, ο τρόπος με το οποίο την αντιμετώπισε, αποδίδεται από μια δυνατή ερμηνεία του ηθοποιού. Η περιγραφή των τελευταίων ωρών, η περιγραφή του αφοσιωμένου βλέμματός της πριν το τέλος λειτουργεί διπλά, για έναν ψυχασθενή, που θέλει να σκοτώσει για να φωνάξει σαν άγριο ζώο την κυριαρχία του, ενώ πετά από το μπαλκόνι με θρίαμβο το θήραμά του, λειτουργεί και σαν κοινωνική οιμωγή.

Αυτός ο δολοφόνος διαμαρτύρεται για τη βία, που δέχτηκε από την αστυνομία, για το πόσο εξέταζαν τα γεννητικά του όργανα, έχοντας ο ίδιος διαπράξει ένα ειδεχθές έγκλημα.

Ευφυέστατη, καίρια και εμπνευσμένη η σκηνοθεσία της Γιώτας Κουνδουράκη, που μαζί με την Video art - εικαστική σκηνική επιμέλεια του Νίκου Γιαβρόπουλου είναι η πιο έντονη καταγγελία των γυναικοκτονιών και της έμφυλης βίας, τοποθετώντας την σε κοινωνικό επίπεδο και προβληματισμό. Η προβολή επί σκηνής και ο πολλαπλασιασμός των προσώπων είναι προφανώς η πληθώρα των φανερών ή και όχι αντίστοιχων περιστατικών.

Εξαιρετική, μοναδική η ερμηνεία του Νίκου Πανόπουλου. Συγκλονίζει με την κίνησή του, το βλέμμα εκείνο του τρελού, την αγόρευση ενός προσώπου που δείχνει να έχει σώας τα φρένας, ενώ αφήνει τεχνηέντως να διαφανεί η ανισορροπία του.

Μια επιτομή, πάνω στη γέννηση του φασίστα, του εγκληματία, της βίας, που πάντα θα είναι αδικαιολόγητη και κατακριτέα. Μια κραυγή απελπισίας προς αποφυγή αυτής της λαίλαπας.

Μια παράσταση, που ταρακουνά, ευαισθητοποιεί και προβληματίζει. Μια παράσταση που δεν πρέπει να χάσετε!