“Φριχτοί καιροί δεν είναι κιόλας για να επιμένει κανείς”

Με αφορμή την παράσταση "Τόσο Πολύ", μια συνέντευξη με τη Θέκλα Φλουρή και τον Μιχάλη Φιλίππου

- Το έργο μιλά για μια συνάντηση μέσα σε έναν κόσμο αποξένωσης και εσωτερικής αναζήτησης. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να πείτε αμέσως «ναι» σε αυτή τη δουλειά;

Θ: Με αφορά πολύ να διαβάζω και να γνωρίζω νέα έργα νέων δημιουργών, γιατί θεωρώ πως εκεί υπάρχει μια πιο ακατέργαστη και ειλικρινής ματιά πάνω στα πράγματα. Το συγκεκριμένο κείμενο με άγγιξε ακριβώς επειδή ο τρόπος γραφής του δεν είναι ο συνήθης · έχει μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα και έναν ρυθμό που σε βάζει μέσα στον κόσμο του χωρίς να σου εξηγεί τα πάντα. Παράλληλα, η θεματική της αποξένωσης και της ανάγκης για σύνδεση μού φάνηκε πολύ ανθρώπινη και οικεία. Ένιωσα ότι μιλά για πράγματα που όλοι κουβαλάμε, αλλά σπάνια εκφράζουμε τόσο άμεσα και ευαίσθητα.

Μ: Ακριβώς. Η επιθυμία για μια συνάντηση ουσιαστική, πόσους ανθρώπους βλέπουμε και με πόσους συναναστρεφόμαστε καθημερινά, χωρίς όμως να επικοινωνούμε πραγματικά. Όταν πρωτοδιάβασα το έργο, μου άφησε την αίσθηση ενός ονείρου, που δεν ξέρεις αν συνέβη στα αλήθεια ή απλώς το φαντάστηκες. Μου κινήθηκε η περιέργεια πως θα το σκηνοθετούσε και θα το δουλεύαμε με την ίδια την συγγραφέα.

- Οι ήρωες κινούνται ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, το φως και το σκοτάδι. Υπήρξε κάποια σκηνή ή φράση του έργου που σας άγγιξε προσωπικά περισσότερο;

Θ: Μια φράση που λέει ο Μιχάλης , “Φριχτοί καιροί δεν είναι κιόλας για να επιμένει κανείς”. Με αγγίζει γιατί μέσα στην απλότητά της κρύβει μια βαθιά αντίφαση και μια σύγχρονη κούραση ,την αμφιβολία για το αν αξίζει να συνεχίζεις να επιμένεις, να διεκδικείς, να αισθάνεσαι.

Μ: Αν πρέπει να ξεχωρίσω μια φράση

«Κι εκείνη να βαραίνει πάντα εκεί, πάνω από την πολυθρόνα της, όλο και πιο πολύ προς τον ίδιο γκρεμό.» Αυτή η εικόνα, νομίζω είναι γνώριμη στους περισσότερους από μας. Ενώ είμαστε στην ασφάλεια του σπιτιού μας, βυθιζόμαστε ο καθένας προς τον δικό του “γκρεμό”.

- Παρότι το κείμενο έχει έντονη ποιητικότητα, αγγίζει πολύ σύγχρονα και καθημερινά ζητήματα. Πώς δουλέψατε ώστε ο λόγος να παραμένει άμεσος και ζωντανός για το σημερινό κοινό;

Θ: Δουλέψαμε πολύ μέσα από αυτοσχεδιασμούς και αντλώντας από προσωπικά μας βιώματα, προσπαθώντας να φέρουμε το κείμενο πιο κοντά σε εμάς. Με αυτόν τον τρόπο θέλαμε ο λόγος να “περάσει” μέσα από εμάς και να ακουστεί όσο πιο άμεσα και ζωντανά γίνεται για το σημερινό κοινό, χωρίς να χάνει την ποιητικότητά του.

Μ: Η τέχνη οφείλει να συνομιλεί με τα ζητήματα της εποχής της και με την ίδια τη ζωή. Μέσα από τις δοκιμές, βρήκαμε τρόπους να επικοινωνηθεί το έργο, το οποίο παρότι ποιητικό έχει τη δίκη του ροή και αμεσότητα.

- Η παράσταση βασίζεται ουσιαστικά στη συνάντηση δύο ανθρώπων επί σκηνής. Πώς χτίστηκε η μεταξύ σας χημεία κατά τη διάρκεια των προβών και τι ανακαλύψατε ο ένας για τον άλλον μέσα από τη διαδικασία;

Θ: Η Μυρτώ είχε χτίσει τις πρόβες με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργηθεί εμπιστοσύνη μεταξύ των τριών μας, κάτι που βοήθησε πολύ στο να “ανοίξουμε” ο ένας στον άλλον. Με τον Μιχάλη δεν γνωριζόμασταν από πριν, αλλά από την αρχή ταιριάξαμε πολύ σαν άνθρωποι, στο χιούμορ και στον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα. Αυτό που νομίζω ανακαλύψαμε ο ένας για τον άλλον είναι ότι έχουμε έναν πολύ κοινό τρόπο να προσεγγίζουμε τη δουλειά και μια αντίστοιχη ευαισθησία, και αυτό έκανε τη χημεία στη σκηνή να έρθει πολύ φυσικά και αβίαστα.

Μ: Ευτυχώς, ενώ δεν γνωριζόμασταν, από την πρώτη ανάγνωση ταιριάξαμε. Στην πορεία όταν εργαζόμασταν φτιάξαμε τους δικούς μας κώδικες, ανακαλύψαμε ο ένας τον άλλο, με κουβέντες ή μέσω αυτοσχεδιασμών, μαζί και με τον τρίτο ρόλο της συγγραφέως που είναι εξίσου σημαντικός.

- Για κάποιον που ίσως δεν γνωρίζει ακόμη τη δουλειά σας ή έρχεται χωρίς «θεωρητικές αποσκευές» στο θέατρο, τι θα θέλατε να πάρει μαζί του φεύγοντας από αυτή την παράσταση;

Θ: Θα θέλαμε φεύγοντας από την παράσταση ο θεατής να έχει κρατήσει μια αίσθηση σύνδεσης. Όχι απαραίτητα απαντήσεις ή “μηνύματα”, αλλά κάτι πιο απλό και ανθρώπινο μια σκέψη για το πόσο ανάγκη έχουμε ο ένας τον άλλον, ακόμη κι όταν δυσκολευόμαστε να το παραδεχτούμε. Και ίσως μια μικρή παρηγοριά ότι μέσα στην αποξένωση υπάρχει πάντα η πιθανότητα μιας συνάντησης.

Μ: Σίγουρα τα πράγματα του. Κι ό,τι άλλο πάρει από την παράσταση εμάς θα μας χαροποιήσει.