Είδαμε την παράσταση "Χορεύοντας στη Λούνασα" του Brian Friel

✍🏻 Γράφει: η Θεατρολόγος Μαρία Μαρή

Ένα από τα σημαντικότερα έργα του 20ου αιώνα ζωντανεύει στον «Πίσω Χώρο», τη λιλιπούτεια πειραματική σκηνή του Θεάτρου Κάτω απ’ τη Γέφυρα. Γραμμένο το 1990, παρουσιάστηκε στο Abbey Theatre του Δουβλίνου και στο Εθνικό Θέατρο του Λονδίνου, όπου βραβεύτηκε ως το καλύτερο θεατρικό έργο της χρονιάς αποτελώντας σταθμό της σύγχρονης παγκόσμιας δραματουργίας.

Το «Χορεύοντας στη Λούνασα» του Ιρλανδού συγγραφέα Brian Friel αφηγείται τη ζωή πέντε αδελφών στην Ιρλανδία του 1936, με φόντο την ατμόσφαιρα της γιορτής της Λούνασα. Η Λούνασα είναι μια αρχαία κελτική γιορτή που σηματοδοτεί την έναρξη της περιόδου της συγκομιδής. Γιορτάζεται παραδοσιακά την 1η Αυγούστου, στα μισά της διαδρομής μεταξύ του θερινού ηλιοστασίου και της φθινοπωρινής ισημερίας.
Είναι η γιορτή της πρώτης συγκομιδής, αφιερωμένη στον κελτικό θεό Lugh (Λου), ο οποίος συνδέεται με τις τέχνες, τη χειροτεχνία και το φως. Ιστορικά περιλάμβανε συγκεντρώσεις, αγορές, αγώνες και τελετουργίες ευγνωμοσύνης για τους καρπούς της γης.

Το έργο

Αφορά τη ζωή αυτών των πέντε γυναικών, τις αναμνήσεις τους, την απώλεια και την σύγκρουση μεταξύ της παράδοσης και του μοντερνισμού. Ζουν περιχαρακωμένες μέσα σε ένα κλίμα συντηρητισμού που έχει επιβάλλει η συντηρητική Κέιτ, ενώ η Ρόουζ, αλλά και η Άγκνες, η Μάγκι και η Κρις λαχταρούν να ξεφύγουν από το κλίμα αυτό και να χορέψουν, να διασκεδάσουν, γιατί όχι να ερωτευτούν. Σταθερό φρένο σε αυτό η Κέιτ. Οι κοπέλες έχουν ανάγκη από διονυσιασμό. Η κέλτικη μουσική ρυθμίζει την ζωή μέσα στο σπίτι, μουσική που ακούγεται με εμπόδια από το ραδιόφωνο του σπιτιού.

Η Λούνασα είναι μια γιορτή, ένα πανηγύρι, που εμπεριέχει το στοιχείο της "θυσίας" (η κοπή του σιταριού), η οποία επιτρέπει την ανανέωση και την συνέχεια της ζωή. Αυτό αντικατοπτρίζει τον διονυσιακό κύκλο του θανάτου και της αναγέννησης. Ο θείος αναφέρεται και αυτός σε τελετές στη Ρουάντα όπου ήταν ιεραπόστολος όπου θυσιαζόταν μια κατσίκα ή μια κότα για να ξεκινήσει η τελετή που εμπεριείχε χορό, τραγούδι, μεταμφίεση. Ο διονυσιασμός είναι απαραίτητος στη ζωή και δεν μπορεί κάποιος να ζει στερημένος συνέχεια. Η συντηρητική κοινωνία της εκκλησίας καθαίρεσε τον πάστορα Τζακ γιατί είχε «σύντροφο» έναν μαύρο γηγενή. Αυτό είχε αντίκτυπο και πάνω την Κέιτ, αφού έχασε τη δουλειά της στο κατηχητικό σχολείο με την πρόφαση ότι λιγόστεψαν οι μαθητές, όμως ο λόγος ήταν ο « μη αποδεκτός» βίος του αδελφού της.

Σε ορισμένες ερμηνείες, ο Λου ως θεός του φωτός/ήλιου που οδηγεί προς το φθινόπωρο, συναντά τον Διόνυσο, ο οποίος στην αρχαία Ελλάδα θεωρούνταν ότι "αντικαθιστούσε" τον Απόλλωνα στους Δελφούς κατά τους χειμερινούς μήνες.

Η Κρις είναι η αδελφή, που έζησε έναν έρωτα με τον Τζέρυ Έβανς, όπως η Αδέλα με τον Πέπε Ρομάνο στη Μπερνάντα Άλμπα του Λόρκα. Ο Τζέρυ είναι άνθρωπος που δεν μπορεί να δεσμευτεί. Περνά σαν αέρας, σαν ξεσηκωτικός σίφουνας και αφήνει πίσω του τα ίχνη του. Στην Κρίση άφησε έναν γιο, τον Μάικλ, ένα παιδί του έρωτα. Είναι ο συγγραφέας, που αφηγείται την ιστορία αυτών των κοριτσιών και βέβαια τη δική του. Του απευθύνουν τον λόγο σα να τον βλέπουν μικρό και εκείνος σχολιάζει σαν μεγάλος. Υπέροχο σκηνοθετικό εύρημα.

Ενώ η Ιρλανδία δεν αντέχει την σκλαβιά και πρέπει να δράσουν για να μην έρθει ο Εγγλέζος και πεθάνουν στην ψάθα, στην οικογένεια αυτή η σκλαβιά, που τους έχει επιβληθεί θα τις κάνει να πεθάνουν στην ψάθα. Ζουν παγιδευμένες ανάμεσα στη σκληρή επιβίωση, η Άγκνες και η Ρόουζ πλέκουν κάλτσες και τις πουλούν, η Κέιτ κάνει μαθήματα και η Μάγκι και η Κρίση ασχολούνται με τα πράγματα του σπιτιού. Ζουν όμως σε ένα στενό κλοιό συντηρητισμού κι αμετακίνητων προκαταλήψεων, που τις κάνει δυστυχισμένες. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί όμως τη ζωή.

Η Άγκνες, όπως η Μαρτύριο στην Μπερνάντα Άλμπα, που είναι κρυφά ερωτευμένη με τον Πέπε Ρομάνο, είναι και η Άγκνες κρυφά ερωτευμένη με τον Τζέρι, που τόλμησε και τάραξε τα λιμνάζοντα νερά αυτής της οικογένειας.

Θέλουν όλες τόσο πολύ τη ζωή. Θέλουν να χορέψουν, να πάνε στο πανηγύρι της Λούνασα, αλλά η Κέιτ, σαν Μπερνάντα Άλμα, τους το ξεκόβει. « Δεν θα πάτε πουθενά ! Κάνετε σαν τις ξετσίπωτες. Εδώ είναι το σπίτι του Πατέρα Τζακ!» Τραγική ειρωνεία, του Πατέρα Τζακ που εκδιώχθηκε από τους κόλπους της εκκλησίας του, γιατί τόλμησε να αγαπήσει τον Οκάουα, αυτόν που θέλει να πιστεύει η Κέιτ ότι ήταν ο δούλος του.

Ωστόσο και η ίδια η Κέιτ παρασύρεται από τη μουσική και ξεδίνει, γεγονός που υποδηλώνει την εσωτερική της φλόγα που με δύναμη καταπιέζει.

Ο ρυθμός της μουσικής, που μαζί με τον έντονο χορό, χορό όπου ξεσπούν τα ορμέμφυτα, λειτουργούν σαν λυτρωτική διέξοδος από την ενοχή και την καταπίεση, πυροδοτούν τη «συνειδητή υπονόμευση της τάξης», την καταπίεση του συντηρητισμού , όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας.

Η κέλτικη μουσική με τον ξέφρενο ρυθμό της, σχετίζεται με τον χορό των ανθρώπων στην Αφρική που αναφέρει ο Τζακ, διαπερνά τον κόσμο των ηρώων (και των θεατών) ενώ ο χορός τους καθορίζει τη ζωή και τη μοίρα ενός μικρόκοσμου στα πρόθυρα της κατάρρευσης και επουλώνει τις πληγές μιας καταπιεσμένης και ανέραστης κουλτούρας που δεν κατόρθωσαν να εξαφανίσουν τα «χριστιανικά» κηρύγματα.

Τρυφερό και σκληρό ταυτόχρονα, το έργο μιλά για την αγάπη και την επιθυμία να ζήσουμε έστω και για λίγο, κόντρα στους περιορισμούς της ζωής.

Η παράσταση

Σε ένα καταπληκτικό σκηνικό σε επίπεδα και με όλους τους απαραίτητους χώρους και τα σκηνικά αντικείμενα, καθώς και τα υπέροχα κοστούμια, που άρτια επιμελήθηκε η Ελένη Σουμή, οι πέντε γυναίκες Μάγκι (Γωγώ Βογάσαρη), η Άγκνες (Μαρουσώ Γεωργοπούλου), η Κρις (Ελένη Γιαννουλάκη), η Κέιτ (Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου) και η Ρόουζ (Κατερίνα Τσεβά) κάνουν έναν αγώνα ζωής για να επιβιώσουν και να μεγαλώσουν τον εκτός γάμου γιο της Κρις (Νίκος Καραστέργιος) καθώς επίσης και να βοηθήσουν τον πατέρα Τζακ (Πασχάλης Μερμιγκάκης), που επέστρεψε από την ιεραποστολή του στην Αφρική και πάσχει από αρχόμενη άνοια. Οι ηθοποιοί παίζουν κάθε λεπτό, δεν το χάνουν ποτέ και είναι πάντα ενεργοί στον ρόλο τους, με την παραμικρή κίνηση , βλέμμα και χειρονομία, ενώ μεταξύ του διαδρούν ανελλιπώς.

Όταν λειτουργεί το ραδιόφωνο χορεύουν λυσσαλέα. Ακόμα και η Κέιτ, που αντιστέκεται υποχωρεί στο τέλος.

Όταν η Ρόουζ κατονομάζει το ραδιόφωνο « σκατόπραγμα και γαμημένο» στην ουσία κατονομάζει τη ριμάδα τη ζωή τους. Η Κέιτ «ξεκλέβει» κανένα χορό όπως και κανένα τσιγάρο, χωρίς να το δείχνει και χωρίς να το απολαμβάνει μπροστά σε άλλους. Ο Τζέρι (Θάνος Ρούμπος) έρχεται και «παίζει» με την Κρίσι, τη μητέρα του παιδιού του. Ο ερχομός του φέρνει αναταραχή στο σπίτι. Η Κρίσι βγάζει την ποδιά για τις δουλειές και φτιάχνει τα μαλλιά της. Ο Τζέρι την φλερτάρει, οι άλλες απομακρύνονται και τους παρακολουθών από το παράθυρο της κουζίνας. Ο φωτισμός πέφτει και φωτίζεται μόνο το ζευγάρι. Ο Τζέρι είναι ένας τυχοδιώκτης, έγινε και δάσκαλος χορού, κάνει ό,τι δουλειά του βρίσκεται. Πουλά και γραμμόφωνα, ενώ φτιάχνει και την κεραία του ραδιοφώνου των κοριτσιών. Ο Μάικλ τους κοιτά κλεφτά πίσω από το δέντρο, δήθεν δεν τον βλέπουνε αυτοί. Παρ’όλα όσα έχουν συμβεί η Κρις κοιτά το Τζέρι με λατρεία. Η αλήθεια είναι ότι ήταν η πιο ωραία διέξοδος από την θαμπή ζωή της, χώρια ότι ήταν ο πατέρας του παιδιού της, του Μάικλ, που είναι παιδί του έρωτα.

Ο Τζέρι χορεύει την Κρίσι, τη ζητά σε γάμο, όμως η Κρις ξέρει ότι ο Τζέρι δεν μπορεί να αλλάξει.

Η Άγκνες και η Ρόουζ θεωρούνται δούλες στο σπίτι και η Κέιτι δεν είναι ποτέ ευχαριστημένη, όλο κάτι τους ζητά. Θεωρεί δε ότι ο Θεός θα τις σώσει. Η Άγκνες εκνευρισμένη την αποκαλεί θρησκόληπτη σκύλα.

Όλες είναι ανικανοποίητα ερωτευμένες με κάποιον άνθρωπο. Η Κέιτ μαθαίνει και αποδέχεται κιόλας ότι ο Μόργκαν, που έχει το παντοπωλείο, όπου εκείνη πηγαίνει κάθε τόσο διακριτικά, για να τον δει τελικά αυτός παντρεύεται.

Η Ρόουζ άδοξα αγαπά έναν άνδρα, τον Μπράντλεϊ, που δεν αποδέχεται η υπόλοιπη οικογένεια, που εκείνος την αποκαλούσε λουλουδάκι του και της έκανε και δώρο. Ο Τζακ όλο αναφέρεται στις τελετές στην Αφρική και ψέλνει μόνος του «Ωσαννά εν τοις υψίστοις».

Όλοι θέλουν κάτι που δεν μπορούν να έχουν. Ζουν μαραμένοι με μικρές εκλάμψεις στην γεμάτη απογοητεύσεις ζωή τους. Ο Τζέρι θέλει να γίνει ήρωας των Ερυθρών Ταξιαρχιών στην Ισπανία, ώστε να υπηρετεί μιαν ιδέα, ένα όραμα, αφού σε όλα τα άλλα ήταν ανεπαρκής. Οι δυο αδελφές έχασαν τη δουλειά τους με τα γάντια, γιατί αναπτύχθηκε η βιομηχανία και μοιραία έρχονται χρόνια φτώχειας.

Η παράσταση είναι τέλεια δομημένη από τον σκηνοθέτη Νίκο Δαφνή, έχει κυκλική πορεία. Οι ήρωες παρουσιάζονται στην αρχή και μετά στο τέλος εμφανίζεται ένας, ένας και αναφέρονται τα χαρακτηριστικά τους, ενώ μετά αναφέρεται η τύχη τους, πώς κατέληξαν, πώς ολοκλήρωσαν τη ζωή τους. Δεν υπάρχουν σκοτεινά σημεία και ασάφειες. Όλοι είναι εκεί για να προβληματίσουν ευχάριστά τον θεατή.

Κομβικό σημείο είναι το ζώο που θυσιάζεται για μια τελετή για τη συνέχεια της ζωής και τον αποχωρισμό μιας πρότερης, καμιά φορά το ζώο αλλάζει γίνεται ο ίδιος ο άνθρωπος και τα συναισθήματά του. Εδώ μπαίνει ένα θέμα προβληματισμού.

Η Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου, πέρα από τη μουσική επιμέλεια και τις χορογραφίες, εμψύχωσε την Κέιτ. Και τα δυο, η κίνηση και η προσωπικότητα της Κέιτ ρύθμισαν την ουσία της παράστασης.

Σημαντικοί οι φωτισμοί του Νίκου Μαυρόπουλος και της Ηλιάνας Νάντσιου.

Ένα έργο που δεν πρέπει να χάσετε.

Όπως είπα στην παράσταση το έργο μυρίζει θεατρικό σανίδι. Μοσχοβολά θέατρο.

Ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Νίκος Χουρμουζιάδης

Σκηνοθεσία: Νίκος Δαφνής

Σκηνικό ~ Ενδυματολογική επιμέλεια: Ελένη Σουμή

Μουσική επιμέλεια ~ Χορογραφίες: Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου

Φωτισμοί: Νίκος Μαυρόπουλος, Ηλιάνα Νάντσιου

Παίζουν οι ηθοποιοί:

Μάγκι : Γωγώ Βογάσαρη

Άγκνες : Μαρουσώ Γεωργοπούλου

Κρις : Ελένη Γιαννουλάκη

Μάικλ ( παιδί και αφηγητής) : Νίκος Καραστέργιος

Πατήρ Τζακ : Πασχάλης Μερμιγκάκης

Τζέρι : Θάνος Ρούμπος

Κέιτ : Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου

Ρόουζ: Κατερίνα Τσεβά

Βοηθός σκηνοθέτη: Μαντώ Δαφνή

Φωτογραφίες: Σπύρος Περδίου

Γραφιστικά: Μαριέτα Ρούσσου

Έναρξη: Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Παραστάσεις: Σάββατο στις 9μμ & Κυριακή στις 8μμ

Διάρκεια: 100΄ (με διάλειμμα)

ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ

Πλατεία ηλεκτρικού σταθμού Ν. Φαλήρου

Πληροφορίες στο 210.4816200

Site: katoapotigefyra.gr

Mail: info@katoapotigefyra.gr

Η παράσταση «Χορεύοντας στη Λούνασα» πραγματοποιείται με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού.