Είδαμε την παράσταση "Τρωάδες" του Ευριπίδη από το Εθνικό Θέατρο στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου
✍🏻 Γράφει: η Θεατρολόγος Μαρία Μαρή
Το Εθνικό Θέατρο ήταν να παρουσιάσει στις 31 Ιουλίου και την 1η Αυγούστου, στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, τις Τρωάδες του Ευριπίδη, σε μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη και διασκευή— σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου. Το κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό έργο του μεγάλου τραγικού ποιητή ζωντανεύει στην πρώτη επιδαύρια σκηνοθεσία της διακεκριμένης δημιουργού σε μια εξαιρετική διασκευή, που συμπεριλαμβάνει όχι μόνο ηθοποιούς, ούτε μόνο ενήλικα άτομα αλλά και άτομα με «ιδιαίτερες ικανότητες», ηθοποιούς με αναπηρία, μέλη της ομάδας «Εν δυνάμει» με την οποία συνεργάζεται η Ελένη Ευθυμίου.
Καθώς για λόγους ασφαλείας λόγω πυρκαγιών αναβλήθηκε η παράσταση την Παρασκευή 31 Ιουλίου, αναπληρώθηκε την Κυριακή 2 Αυγούστου.
Απολαύσαμε ένα ensemble 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών —μεταξύ των οποίων μέλη των Εν Δυνάμει— διαφορετικών ηλικιών, με και χωρίς αναπηρία, με ζωντανή μουσική επί σκηνής, μια συγκλονιστική συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών, να καταθέτουν μια σκηνική αφήγηση με κέντρο τη μουσικότητα, τον ρυθμό και βέβαια την ίδια αγωνία, φόβο εκπατρισμού, καταστροφής της πατρίδας και βέβαια του θανάτου.


Το έργο
Οι Τρωάδες του Ευριπίδη είναι ένα αντιπολεμικό αριστούργημα, μια τραγωδία χωρίς πραγματική πλοκή αλλά με επίκεντρο τον θρήνο, και ένα αμείλικτο κατηγορώ κατά της τύφλωσης των νικητών. Το έργο παρουσιάζει την ωμή βία του πολέμου, την κατάρρευση των ηθικών αξιών και την υπαρξιακή αγωνία των ηττημένων.
Γράφτηκε το 415 π.Χ., αμέσως μετά την απάνθρωπη καταστροφή της Μήλου και τη σφαγή των κατοίκων της από τους Αθηναίους και ενώ η Αθήνα προετοιμάζεται πυρετωδώς για την Σικελική εκστρατεία παρασυρμένη από τον Αλκιβιάδη. Ο Ευριπίδης κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την αλαζονεία της εξουσίας και τον ακόρεστο επεκτατισμό των Αθηναίων. Προειδοποιεί και δείχνει πώς η αλαζονεία της δύναμης φέρνει την τελική τιμωρία και την ηθική πτώση. Προσπαθεί να αφυπνίσει συνειδησιακά τους Αθηναίους, εξάλλου η Εκάβη αναφωνεί προς το τέλος του έργου ότι « κανείς δεν είναι πάντα ευτυχισμένος, δεν μπορεί να είναι για πάντα ευτυχισμένος!»
Η παράσταση
Σε ένα μαύρο σκηνικό, που εύστοχα επιμελήθηκε η Ευαγγελία Κιρκινέ και που είναι στρατόπεδο συγκέντρωσης με κάθε τόσο εφιαλτικές ανακοινώσεις, που αφορούν στους κρατουμένους και στις αναχωρήσεις των πλοίων τα παιδιά ανέμελα παίζουν τον πόλεμο. Κάνουν τους στρατιώτες και επίσης τους θεούς ξεκινώντας την τραγωδία, όπου οι θεοί είναι στην φαντασία των παιδιών και μόνο οι άνθρωποι έχουν την πλήρη ευθύνη για την βιαιότητα και τις κτηνωδίες του πολέμου. Το παιδί λέει ότι «κάθε φορά που βομβαρδίζουν ένα κτίριο βλέπει τον καπνό και αυτό του αρέσει.». Δεν έχουν ακόμα συνειδητοποιήσει τα παιδιά την κόλαση του πολέμου και το έργο ξεκινά επίτηδες με αυτά τα αθώα πλάσματα γιατί αυτά είναι τα μεγάλα θύματα. Η παιδική αφέλεια δεν σταματά πουθενά αρκεί να αναλογιστεί κανείς την ταινία του 1997, «Η ζωή είναι ωραία» του Ρομπέρτο Μπενίνι, όπου ένας Ιταλός Εβραίος χρησιμοποιεί το χιούμορ και τη φαντασία του, παρουσιάζοντας τα πάντα σαν παιχνίδι, για να προστατεύσει τον μικρό του γιο από τη φρίκη ενός ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης. Αυτό γίνεται και με τα παιδάκια στις Τρωάδες, που παίζουν μέσα στα χαλάσματα. Παίζουν «Έλληνες και Τρώες», ενώ οι Τρώες έχουν χάσει ήδη τον πόλεμο. Ο Απόλλωνας με σουρωτήρι στο κεφάλι λέει ότι όλοι οι Έλληνες θα φύγουν από την Τροία και ότι θα πεινάσουν και εκείνοι, όπως πείνασαν και τα παιδιά της Τροίας τόσα χρόνια. Μια καθησυχαστική παιδική μυθοπλασία.
Μέσα στο περιβάλλον αυτό καταφθάνουν με μπαλακλάβες και γκλομπ οι Έλληνες στρατιώτες, χτυπούν τις γυναίκες, ασελγούν πάνω τους και τρομάζουν τα παιδιά. Οι Τρωάδες φοβούνται «Χάνεται η Τροία, χαθήκαμε!» Ο Χορός μιλά για το ολέθριο άλογο, εύρημα του Οδυσσέα, που παρομοιάστηκε αρχικά ως μέσο εκεχειρίας, που όλοι το πίστεψαν, μέχρι που στρατιώτες βγήκαν μέσα από τον Δούρειο Ίππο και τους κατέστρεψαν. Το Χορωδιακό μέρος, με την υποστήριξη της ζωντανής ορχήστρας είναι εκπληκτικό. Τώρα περιμένουνε μέχρι να γίνει η διαλογή για το ποιος οπλαρχηγός θα πάρει ποια Τρωαδίτισς για δούλα του. Ο χρόνος περνά και δεν ξέρουν τί θα φέρει. Η Εκάβη (Λυδία Φωτοπούλου ) είναι μια αρχόντισσα, μια βασίλισσα, που χάθηκε και όλοι της λένε να κάνει υπομονή.
Η Εκάβη μιλά για τα θρασύδειλα τεχνάσματα των Ελλήνων και παραδέχεται ότι «ναι νικήσανε !», αλλά και εκείνης της στέρεψαν τα δάκρυα και είναι πια έτοιμη να ζήσει τη φρίκη μέχρι τέλους. Όλες οι Τρωαδίτισσες ανησυχούν για το πού θα τους πάνε.
Ο Ταλθύβιος (Αργύρης Ξάφης) έρχεται με έκδηλη βαρβαρότητα και ενημερώνει ότι την Κασσάνδρα θα την πάρει ο Αγαμέμνονας και την Εκάβη ο Οδυσσέας στην Ιθάκη. Είναι απότομος, και βίαιος με τον τρόπο του. Όταν οι γυναίκες ρωτούν για το τί θα απογίνουν τους φωνάζει «σκασμός!» Όταν ρωτιέται για ο πού θα πάει η Πολυξένη απαντά ότι « την στείλανε να στολίσει τον τάφο του Αχιλλέα». Από την αρχή η χυδαιότητα, η ειρωνεία και η απανθρωπιά, η κτηνωδία και η αγριότητα των Ελλήνων είναι εμφανής.
Η Κασσάνδρα (Νάνσυ Σιδέρη) εμφανίζεται, υποτίθεται με λαμπάδες γάμου στα χέρια της, αλλά εκείνη κρατά μεγάλα μαχαίρια, που λαμπιρίζουν σα λαμπάδες θανάτου. Υπέροχη η ηθοποιός μέσα στην ερμηνεία της. Καταπληκτική η κίνησή της. « Καλότυχος ο γαμπρός κι εγώ που παντρεύομαι !» Κρατά λαμπάδες γάμου και κηδείας μαζί.
Είναι σαν κρινάκι άγαρμπο άξεστο της ερημιάς, όπως η ίδια η Κασσάνδρα, που βρέθηκε σε τόση άκομψη κατάσταση. Χορεύουν. Η Κασσάνδρα, η ιέρεια του Απόλλωνα κάνει σαν τρελή. Ένα κτήνος την παίρνει για την οργώσει. « Δεν θα σου βγει σε καλό Αγαμέμνονα. Οι Έλληνες ήρθαν για να λεηλατήσουν και πέθαναν μακριά από την πατρίδα τους. Νικήσαμε μαμά!» Όσο βλέπει αυτά τα τρελά ο Ταλθύβιος αναρωτιέται τί βρήκε ο μεγάλος οπλαρχηγός σε αυτή την τρελή και χαρακτηριστικά λέει ότι εκείνος δεν θα γύρναγε ποτέ να την κοιτάξει . Η Κασσάνδρα είναι σε θεϊκή μέθη, λέει λόγια ακατάληπτα είναι ένα νεαρό κορίτσι, που προβλέπει να μελλούμενα. Μια μάντισσα. Διατρέχει την σκηνή και στην λούμπα με νερό, που παίζουν τα παιδιά, που χορεύουν ανέμελα οι κοπέλες, εκείνη βλέποντας στο νερό το τραγικό της μέλλον της, σηκώνει το ανάστημά της, βάζει τα στοιχεία της παράστασης και αποφασίζει μέσα στη δουλεία της με το μαχαίρι συμβολικά ή και καθόλου συμβολικά να αφαιρέσει την παρθενιά της, «η λοξή κόρη του Λοξία». Αυτή η παρθένα ιέρεια του Απόλλωνα πώς θα επέτρεπε σε έναν δυνάστη να ασελγήσει πάνω της;
Η Εκάβη σε μια καταπληκτική ερμηνεία σε όλη την παράσταση, να σπαράζει να μην ξέρει πώς να διαχειριστεί την παράνοια, καταρρέει και κραυγάζει σπαραχτικά το όνομα του Δία, ενώ θυμάται την παλιά της ευτυχία. Συνταραχτική η σκηνή με την Κασσάνδρα. «Έχει ποτέ ο πόλεμος λογική;» Ο Χορός τέλεια συντονισμένος, έχοντας απλωθεί στην ορχήστρα με υπέροχη κίνηση που έχει επιμεληθεί ο Τάσος Παπαδόπουλος, επαναλαμβάνει σαν επωδό «Παράλογο !» Υπέροχη μουσική (Λευτέρης Βενιάδης), τραγούδι (Μελίνα Παιονίδου )και χορός (Τάσος Παπαδόπουλος ) .
Εξαιρετική η κίνηση της άλλης μικρής της παράστασης της Άνας Τζουλάκη Χριστοδούλου στο ρόλο της νεαρής Πολυξένης. Χορεύει αρμονικά, ενώ συνεργάζεται με όλους τους συντελεστές επί σκηνής έχοντας πλήρη επίγνωση.
Οι μουσικοί επί σκηνής (Σοφία Καμαγιάννη- πιάνο, Γιώργος Μπουκαούρης- κρουστά, Σοφιανός Πεσιρίδης- όμποε) ακολουθούν οργανικά τη παράσταση.
Οι Τρώες πίστεψαν στη ειρήνη, πίστεψαν και εξαπατήθηκαν.
Η Ανδρομάχη (Εύη Σαουλίδου ) λέει ότι «όποιος πέθανε είναι πιο τυχερός. Είναι σα να μην έχει γεννηθεί ποτέ. Εγώ βλέπω και νιώθω την πτώση σε κάθε μου κύτταρο». Όσο μιλά η Ανδρομάχη ο Ταλθύβιος έχοντας φύγει με την Κασσάνδρα προς το Κοίλον τραγουδά θριαμβευτικά νικητήριο εμβατήριο. Η Εκάβη παρηγορεί την Ανδρομάχη, μαζί και όλος ο Χορός λέγοντάς της ότι τουλάχιστον έχει ένα παιδί, τον Αστυάνακτα (Μιχάλης Μήτσης). Όλος ο Χορός παρατεταγμένος ακολουθεί μια κίνηση λικνίσματος, κανακέματος, που αφορά στο παιδί και βέβαια στην Ανδρομάχη. Ο Ταλθύβιος ξαναέρχεται και της ανακοινώνει την απόφαση των Ελλήνων οπλαρχηγών να πετάξουν το παιδί της από τα τείχη της πόλης γα να μην υπάρξει από μέρους του αντεκδίκηση. Μάλιστα έχουν και αντεπιχείρημα « Δεν σκοτώνουν ένα παιδί, σκοτώνουν ένα πόλεμο, πριν αυτός γεννηθεί. Η Τροία πρέπει να σβήσει.» Γνωστή και επίκαιρη πολιτική η ολοσχερής εξαφάνιση του αντιπάλου. Σπαρακτικό το παιδάκι, που καθησυχάζει τη μητέρα του και της λέει να το δώσει και εκείνο κάπως θα τα καταφέρει, νομίζοντας ότι όλα είναι παιχνίδι. Η Ανδρομάχη αφού καταριέται τον Οδυσσέα, που είχε αυτή την ιδέα, εύχεται να το βρει από το παιδί του αυτό που τώρα κάνει σε εκείνη. Ο Χορός φοβάται. Η φρίκη του μυαλού του ανθρώπου, είναι η φρίκη του πολέμου. Η ένταση κλιμακώνεται. Σπαρακτική η σκηνή με το κανάκεμα του παιδιού . Ο Ταλθύβιος αναρωτιέται πώς ο πόλεμος τρύπωσε μέσα στους ανθρώπους , μέσα στα στήθη τους. Είναι η μόνη στιγμή που ο Ταλθύβιος φαίνεται πιο ανθρώπινος, γιατί στην παράσταση είναι άγριος, κτηνώδης, βίαιος εκτελεστής, μιας παράνοιας, μιας αλύγιστης εξουσίας, ενώ στο κείμενο του Ευριπίδη κάμπτεται και κρατά απόσταση από τις βιαιότητες, δηλώνοντας ότι δεν είναι για αυτόν όλα τούτα .
Η Ανδρομάχη χαϊδεύει το παιδί της, το αγκαλιάζει, καμία μητέρα δεν θα μπορούσε να αφήσει το παιδί της, αν και ο Ευριπίδης, έτσι το θέλει στο κείμενο του να το δίνει και να ξεφτιλίζει τους Έλληνες . Εδώ η παράνοια την ξεπερνά και το μόνο που θέλει είναι να το συνοδεύσει μέχρι τέλους. Η σκηνή θυμίζει πίνακα, έργο του Ντελανσάκ, μαθητή του Ντελακρουά όπου η Μεσολογγίτισσα βρίσκεται στο τελευταίο σκαλοπάτι της απόγνωσης, σκοτώνει το παιδί της και αποφασίζει να σκοτωθεί και ή ίδια. Εκείνο μαζί της γεννήθηκε και μαζί του θα πεθάνει και εκείνη. Δεν το αφήνει απροστάτευτο μέχρι την τελευταία στιγμή. Πρόκειται για έναν αδιαίρετο δεσμό. Πολλά τα παραδείγματα από την ελληνική παράδοση γύρω από τη θυσία της μάνας μαζί με το παιδί της. Οι Σουλιώτισσες επέλεξαν να πέσουν στον γκρεμό μαζί με τα παιδιά τους, προκειμένου να μην πέσουν στα χέρια των Οθωμανών και να μην αιχμαλωτιστούν, στη καταστροφή των Ψαρών και της Νάουσας μητέρες έπεφταν σε γκρεμούς ή ποτάμια (όπως στον καταρράκτη της Αραπίτσας) κρατώντας τα μωρά τους για να γλιτώσουν την ατίμωση και τα σκλαβοπάζαρα, ακριβώς όπως κι εδώ, αυτή η γυναίκα του Έκτορα να γίνει σκλάβα και το αρχοντόπουλο να θανατωθεί ανέντιμα; Πώς είναι δυνατόν; Με την ηρωική αυτή πράξη της γλιτώνουν το χειρότερο μέλλον, που δεν τους αναλογεί. Εξαιρετική η Εύα Σαουλίδου και ο μικρός Μιχάλης Μήτσης. Όλες οι σκηνές ακολουθούν την πρόθεση της παράστασης.
Ο Χορός (Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου) αντιστέκεται, προλειαίνοντας το κλίμα για το τραγικό τέλος. « Δεν έχω λίπασμα, έχω νεκρούς, δεν έχω όπλα, έχω την οργή μου. Κι όμως η γη δεν ξεχνά. Γυναίκες της Τροίας χορεύετε να δουν οι Έλληνες ότι δεν μας νίκησαν.»
Ο Μενέλαος (Γιώργος Χριστοδούλου) τους μιλά με αναίδεια δηλώνοντάς τους ότι οι θεοί τους έχουν εγκαταλείψει από καιρό, ενώ τους ειρωνεύεται που τραγουδούν έτσι και κλαίνε τους νικημένους. Διατρέχει με θράσος όλη την σκηνή επιδεικνύοντας τη ισχύ του και την επικράτεια του ισχυρού.
Με αγανάκτηση και οργή απευθύνεται η Εκάβη στον Δία, που τους αφάνισε. Φέρνουν την Ελένη στον Μενέλαο, κουκουλωμένη, χτυπημένη, ηττημένη, υποτιμημένη. Η Ελένη (Βασιλική Τρουφάκου) λέει στον Μενέλαο ότι τον περίμενε νωρίτερα και ότι άργησε πολύ. Η φωνή της είναι τσακισμένη. « Είμαι η γυναίκα σου ή ό,τι απέμεινε από την όμορφη γυναίκα σου και οι Έλληνες στρατιώτες ήταν αρκετά ασελγείς με το κορμί της.» Την χουφτώνουν μπροστά του κι αυτός γελά. Η παράσταση είναι μα πραγματική καταγγελία του πολέμου. Η Ελένη δεν παρουσιάζεται σα μια βασίλισσα, που απευθύνεται στον άνδρα της, αλλά μια τσαλακωμένη γυναίκα , διαρκές λάφυρο ενός πολέμου. « Τώρα τί θα γίνει με εμένα;» Του ζητά τουλάχιστο μα μιλήσει για να πει ότι για όλα τα κακά φταίει η Εκάβη, που γέννησε ένα αρπαχτικό. Νόμιζε ο Πάρης ότι επειδή ήταν όμορφος, του ανήκαν όλα. «Τον είχε καλέσει και ο Μενέλαος να τον φιλοξενήσει στην Σπάρτη και τον άφησε μαζί της γιατί εκείνος οργάνωνε πόλεμο για να έχει πρόσβαση στην Ανατολή. Την εγκατέλειψε !» Θεωρεί ότι ήταν όλα στημένα. Μετά τον θάνατο του Πάρη, έγινε αιχμάλωτη του άλλου γιου της Εκάβης, του Διήφοβου. Απευθυνόμενη στην Εκάβη « Ωραία αγόρια γέννησες!» Η Ελένη από αρχόντισσα έγινε δούλα. Στην αντιδικία τους η Εκάβη, της λέει ότι τα παρουσιάζει όπως θέλει, γιατί στην αρχή την εκλιπαρούσε να φύγει, αλλά βέβαια είχε γλυκαθεί από τα πλούτη της Τροίας και τις φαινόταν φτωχά τα χώματα της Σπάρτης. Η Εκάβη προτείνει στον Μενέλαο να την σκοτώσει.
«Μαλακώνει κάποιος, όταν βρίσκει άλλον να φταίει για τα δικά του τα δεινά.» Λέει ο Μενέλαος στην Εκάβη, υπενθυμίζοντας τις ευθύνες όλων. «Κάθε γυναίκα πρέπει να τιμά τον γάμο της με κάθε κόστος», λέει ο Μενέλαος, αποθεώνοντας την πατριαρχία. Απαντά στην Εκάβη ότι θα μπορούσε να την αφήσει την Ελένη άταφη να την φάνε οι γύπες, ή να την παραδώσει σε αυτούς, που έχασαν τους δικούς τους σε αυτόν τον πόλεμο. Έτσι θα πεθάνει αργά και βασανιστικά.
Στο τέλος Εκάβη και Ελένη βλέπουν και οι δυο την παγίδα. « Πιστεύεις Εκάβη ότι μια γυναίκα φταίει για τον πόλεμο; Όχι Ελένη είμαστε κουκίδες.» Πάντα σε κάθε πόλεμο τα πρώτα θύματα είναι οι γυναίκες και τα παιδιά.
Ο Χορός την πλένει για να βγάλει το αίμα από το κορμί της να την παραλάβει καθαρή ο Μενέλαος και παράλληλα τραγουδούν « Ανάμεσα στα βράχια φύτρωσε μια λεμονιά», καθώς όμως αναχωρούν τα καράβια την παίρνουν άρον άρον. Έφεραν το κορμί του Αστυάνακτα για να το θάψει η Εκάβη, όσο ο Χορός στο στρατόπεδο απλώνει τα ρούχα των αγαπημένων του, πεθαμένων ή αγνοούμενων πάνω στα βράχια του στρατοπέδου.
Ο Αστυάνακτας έλεγε τί θα έκανε αν πέθαινε η αγαπημένη του Εκάβη, ότι θα έκοβε τα μαλλιά του, τώρα όμως θα πρέπει εκείνη να τον θρηνήσει. Οι εχθροί δολοφονούν αθώα παιδιά. Έλληνες έρχεται το τέλος σας. Ντροπή σας και ντροπή όλων όσων ακολουθούν το άδικο.
Ανατροπή στο τέλος. Ο Χορός δεν βλέπει την Τροία να καίγεται και θρηνεί, ενώ επιβιβάζεται στα καράβια των Ελλήνων οπλαρχηγών. Ο Χορός στην παράσταση θα μείνει εκεί. Στο τόπο του αποδίδοντας τιμή σε όλους αυτούς που θυσιάστηκαν μαζί με τον τόπο τους, που μνήμα τους έγινε ο τόπος όπου χάραξαν τη ζωή τους. Ο τόπος τους, είναι η μνήμη τους, είναι η ζωή τους, τους καθορίζει. Ακόμα και αν πεθάνουν όλοι ο τόπος θα έχει το αίμα τους, τις φωνές τους, τον πόνο τους, τα βάσανά τους, το αποτύπωμά τους. Πολλά τα παραδείγματα και στην ιστορία της Ελλάδας όπου λαοί θυσιάστηκαν μαζί με τον τόπο τους. Στην έξοδο του Μεσολογγίου πέρα από αυτούς, που έκαναν την ηρωική έξοδο, πολλοί πυρπολήθηκαν σε διάφορα μέρη. Για παράδειγμα ο δημογέροντας Χρήστος Καψάλης συγκέντρωσε γυναικόπαιδα και άμαχους σε αποθήκη με μπαρούτι και έβαλε φωτιά την Κυριακή των Βαΐων (10 Απριλίου 1826). Στην Ιερά Μονή Αρκαδίου τον Νοέμβριο του 1866, οι πολιορκημένοι προτίμησαν να ανατιναχθούν στην πυριτιδαποθήκη παρά να παραδοθούν στους Οθωμανούς. Πρόκειται για την δύναμη της συλλογικής ταυτότητας. Όταν η στρατιωτική ήττα είναι δεδομένη, η αυτοκαταστροφή μετατρέπεται σε πολιτικό και ηθικό όπλο. Οι ηττημένοι αρνούνται στον εχθρό, τα λάφυρα, τη νίκη και την ικανοποίηση της υποταγής. Δεν πρόκειται για κίνηση απόγνωσης. Είναι θάνατος με αξιοπρέπεια. Η επιλογή του θανάτου με δικούς τους όρους θεωρήθηκε ως η έσχατη πράξη ελευθερίας και ελέγχου πάνω στη μοίρα τους, επιπλέον δίνουν ένα ιστορικό μάθημα, δημιουργούν προηγούμενο, που θα γραφεί για πάντα στην ιστορία και στην συλλογική μνήμη.
Τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη, απλά, λειτουργικά, ρούχα οποιουδήποτε λαού εν πολέμω. Λειτουργικοί και οι φωτισμοί της Ζωής Μολυβδά – Φαμέλη.
Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου είναι ένα ποιητικό και βαθιά πολιτικό σκηνικό ανέβασμα της τραγωδίας του Ευριπίδη με πρωταγωνιστές άτομα κάθε λογής ηλικίας και διαφόρων δυνατοτήτων. Άτομα ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα, που θα μπορούσαν να είναι από τα ανυπεράσπιστα θύματα ενός πολέμου.
Μια παράσταση, που όπως προκύπτει οδηγεί σε πολλές σκέψεις και γίνονται πολλές συνάψεις, που βοηθούν το επιθυμητό σκηνικό αποτέλεσμα.
Η παράσταση θα κάνει περιοδεία. Μην την χάσετε!


Ταυτότητα της παράστασης
Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά
Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου
Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος
Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου
Παίζουν (αλφαβητικά): Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)
Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου
Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.
Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)
Μέρες και ώρα παραστάσεων: Σάββατο 1 Αυγούστου (Παράσταση προσβασιμότητας σε άτομα με αισθητηριακές αναπηρίες) & Κυριακή 2 Αυγούστου
Ώρα έναρξης: 21.00
Υπηρεσίες προσβασιμότητας: Διερμηνεία στην Ελληνική Νοηματική Γλώσσα, Υπερτιτλισμός για Κ/κωφά και Βαρήκοα άτομα, Ακουστική Περιγραφή για άτομα με οπτική αναπηρία.
Επιμέρους πληροφορίες για την προσβασιμότητα της παράστασης στις 31 Ιουλίου.
Το Εθνικό Θέατρο έχει προβλέψει δυνατότητα δωρεάν μετακίνησης για θεατές με αισθητηριακές αναπηρίες προς και από το Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου.
Κατά τη διάρκεια της μετάβασης, η δραματολόγος της παράστασης, Εύα Σαραγά, θα παρέχει αναλυτικές πληροφορίες για την ιστορία της Επιδαύρου, το έργο του Ευριπίδη και την παράσταση «Τρωάδες». Παράλληλα, θα προσφέρεται ταυτόχρονη διερμηνεία στην Ελληνική Νοηματική Γλώσσα για το Κ/κωφό και βαρήκοο κοινό.
Επιπλέον, η ομάδα της liminal θα αναλάβει την καθοδήγηση των θεατών με οπτική αναπηρία στην εξερεύνηση των απτικών βοηθημάτων που έχουν δημιουργηθεί ειδικά για την παράσταση. Οι θεατές θα έχουν στη διάθεσή τους μακέτα του σκηνικού των «Τρωάδων», με έμφαση στις διαφορετικές υφές, καθώς και δειγματολόγιο των ενδυματολογικών επιλογών της παράστασης, το οποίο περιλαμβάνει υφάσματα και αξεσουάρ που αντιστοιχούν σε κάθε ρόλο.
Επιπλέον, στους θεατές με οπτική αναπηρία θα αποσταλεί ηχητικό αρχείο με αναλυτικές περιγραφές και πληροφορίες για την παράσταση. Τέλος, θα τους διατεθεί δωρεάν ένα πολύπτυχο φυλλάδιο με πληροφοριακό υλικό για την παράσταση σε γραφή braille [με την υποστήριξη του Κ.Ε.Α.Τ.].
Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε n-t.gr.
Κρατήσεις θέσεων στις προσβάσιμες παραστάσεις: Μέσω e-mail: omadikespoliseis@n-t.gr
Τηλεφωνικά στο Γραφείο Ομαδικών Πωλήσεων: 2107001468 (Δευτέρα - Παρασκευή: 09.00-15.00) | Για υποστήριξη στη διαδικασία κράτησης θέσεων: info@liminal.eu
Φωτογραφίες: Karol Jarek
Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης
Επικοινωνία
“Είμαστε κοντά σε κάθε σκηνή
που ζωντανεύει τον πολιτισμό.”
Ακολουθήστε μας
Newsletter
© 2025. All rights reserved.


