Είδαμε την παράσταση "Πέρσες" του Αισχύλου σε σκηνοθεσία του Χρήστου Θεοδωρίδη

✍🏻 Γράφει: η Θεατρολόγος Μαρία Μαρή

Πάνω απο 17.000 θεατές παρευρέθησαν για την πρεμιέρα της
παράστασης «Πέρσες» του Αισχύλου σε σκηνοθεσία
Χρήστου Θεοδωρίδη, στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, στις 3 & 4 Ιουλίου.

Οι «Πέρσες» είναι το αρχαιότερο σωζόμενο ολοκληρωμένο έργο της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας και ταυτόχρονα η πρώτη θεατρική καταγραφή ιστορικών γεγονότων. Το έργο επικεντρώνεται στον θρήνο της Περσικής αυλής για την καταστροφική ήττα στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.), αναδεικνύοντας τη συντριβή της αλαζονείας από τη θεϊκή δικαιοσύνη. Ο Αισχύλος, αυτόπτης μάρτυρας της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας, δημιουργεί ένα «σκηνικό ρεπορτάζ» πολέμου, μόλις οκτώ χρόνια μετά την καταστροφή.

Πρωταγωνιστής σε αυτή την παράσταση είναι ο Χορός. Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια. Η «τραγωδία των ηττημένων» ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Τα ονόματα που αναζητά ο Χορός είναι τα ονόματα όλων όσοι χάθηκαν και συνεχίζουν να χάνονται στους πολέμους του κόσμου στους αιώνες των αιώνων...

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης συνεχίζει τον αντιπολεμικό του συλλογισμό και προβληματισμό μετά τα έργα Σ’ εσάς που με ακούτε της Λούλας Αναγνωστάκη, Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου του Εντουάρ Λουί, Συνέδριο για το Ιράν του Ιβάν Βιριπάγεφ, κ.ά. με την οιμωγή ενός λαού για τους αδικοχαμένους δικούς του.

Το έργο

Ο Αισχύλος δεν πανηγυρίζει τη νίκη των Αθηναίων. Αντίθετα, προβάλλει τα τραγικά αποτελέσματα του πολέμου και την τραγωδία των ηττημένων, υμνώντας ταυτόχρονα τα δημοκρατικά ιδεώδη των Ελλήνων απέναντι στον ασιατικό δεσποτισμό.

Η πλοκή δεν ακολουθεί την τυπική εξέλιξη, αλλά αποτελεί μια πορεία αποκάλυψης της συμφοράς και έναν διαρκή θρήνο. Στον Πρόλογο, στην Πάροδο ο Χορός των Περσών γερόντων εκφράζει την αγωνία του για τον Ξέρξη και τον περσικό στρατό που έφυγε για την Ελλάδα, στο Α' Επεισόδιο η βασιλομήτωρ Άτοσσα αφηγείται ένα δυσοίωνο όνειρο και μαθαίνει τα νέα για την καταστροφή από έναν αγγελιαφόρο. Στο Β' Επεισόδιο επικαλούνται το πνεύμα του νεκρού βασιλιά Δαρείου, ο οποίος εξηγεί ότι η καταστροφή είναι αποτέλεσμα της ύβρεως του Ξέρξη και προειδοποιεί τους Πέρσες να μην εκστρατεύσουν ξανά κατά των Ελλήνων. Στην Έξοδο ο Ξέρξης επιστρέφει στη σκηνή ηττημένος, κουρελιασμένος και ταπεινωμένος. Το έργο ολοκληρώνεται με έναν μακροσκελή, σπαρακτικό θρήνο (κομμός) ανάμεσα στον Ξέρξη και τον Χορό.

Η παράσταση

Αυτήν τη νύχτα, μια νύχτα βαθιά σαν χίλια χρόνια, κάπου στον κόσμο, εικοσιπέντε άνθρωποι περιμένουν τα νέα μιας βέβαιης καταστροφής. Οι φόβοι όλων επιβεβαιώνονται. Ανάμεσα στο μέγεθος του πένθους και την πράξη αντίδρασης που μοιάζει ανέφικτη, αισθάνονται μετέωροι και ανήμποροι. Με μουσική ήρεμη και ρομαντική ένας ένας από τον Χορό παίρνει θέση στην ορχήστρα με το βλέμμα καρφωμένο προς τα εκεί που βρίσκονται οι δικοί τους. Βγαίνουν όλο με το βλέμμα καρφωμένο μπροστά. Ακινησία, αγωνία, σιωπή, προσμονή. « Αχ μια φορά πόσο μεγάλη και γλυκιά ήταν στ' αλήθεια η ζωή μας.» Απόσταγμα της μέλισσας, γάργαρο νερό πηγής, κρασί. Ένας από τον Χορό με προμαντέματα φρικτά σπαράζει η καρδιά του, τρέμει τον καιρό , που μακραίνει. Έφυγε η δύναμή τους και δεν έρχεται μαντατοφόρος στην πόλη των Περσών.

Άι Άι ΆΙ οι γυναίκες μετρούν τις μέρες. Κανείς δεν μπορεί αυτή την ανθρωποπλημμύρα ν’ αναχαιτίσει. Νομίζουν ότι είναι απόρθητος ο στρατός τους , από την άλλη τη δολερή παγίδα του θεού κανείς δεν αποφεύγει. Ο Χορός είναι ανήσυχος. «Για τον γυρισμό αυτών που φύγαν η καρδιά μου τρέμει και αλυχτά». Η μουσική συνοδεύει τα λόγια τους. Φωτίζεται το πίσω μέρος της σκηνής και έρχεται η Βασίλισσα (Μαρία Ναυπλιώτου) . Φορά παντελόνι και ένα μακρύ παλτό σαν το επίσημο ένδυμα πολλών πολιτικών προσώπων. Περνώντας από τον Χορό όλοι χαμηλώνουν το βλέμμα σε ένδειξη σεβασμού. «Βασίλισσά μου σε προσκυνώ. Ήσουν ταίρι θεού και θα είσαι μάνα θεού, φτάνει η παλιά τύχη του στρατού να μην τον εγκαταλείψει.» Εκείνη πλησιάζει το μικρόφωνο και μοιράζεται την αγωνία της με τον Χορό.

« Μου τρώει η έγνοια την καρδιά μου, φίλοι μου» . Μιλά στο μικρόφωνο όπως οι πολιτικοί και θεωρεί, σαν τους βασιλείς ότι ο λαός της θα πρέπει να την συντρέξει , να την συμπονέσει όπως μάλλον και εκείνη αυτούς. Τί ειρωνεία εξαρχής, με εκείνο το αδιάφορο, αλύγιστο ύφος της Βασίλισσας. Μουσική και βόμβος, δημιουργεί ένα κλίμα αγωνίας. Φοβάται. Οι άνθρωποι δίχως χρήμα δεν λάμπουν όσο αξίζουν. Τους ζητά τη γνώμη τους και εκείνοι ευθύς ανταποκρίνονται λέγοντας ότι είναι ο «λαός της». Μιλά για το όνειρο της, τον εφιάλτη που είδε. Η Βασίλισσα είδε στ’ όνειρο της δύο γυναίκες να μαλώνουν, τη μία με περσική και την άλλη με ελληνική ενδυμασία. Ο Ξέρξης προσπαθεί να τις ηρεμήσει ζεύοντάς τες σε άρμα, αλλά η περσική γυναίκα δέχεται το χαλινάρι με περηφάνια, ενώ η ελληνική το σπάει, με αποτέλεσμα ο Ξέρξης να πέφτει καταγής. Ένα κιρκινέζι από την άλλη χτυπά έναν αητό και του μαδά τη κεφαλή. Ο αητός έχει ζαρώσει. Η αγωνία είναι μεγάλη, ο φωτισμός καθηλωτικός, το ίδιο και η μουσική, όλα ευνοούν τη λύπη. Στο μικρόφωνο, σύμβολου πολιτικού, άκαμπτου λόγου, η Βασίλισσα δηλώνει ότι « Αν νικήσει ο γιος της θα’ναι άνδρας θαυμαστός, αν όχι δεν έχει να δώσει λόγο, θα είναι πάντα βασιλιάς της χώρας».

Η Άτοσσα είναι μια μάνα που ανησυχεί βαθιά για το αν θα επιστρέψει ο γιος της ζωντανός, αλλά ανησυχεί επιπλέον για τη διατήρηση της τάξης και της εξουσίας στο βασίλειο της. Με την στάση της γίνεται δεόντως αντιπαθητική, ενώ υποκρύπτει κάποιο ερωτικό, συντροφικό σύνδρομο απέναντι στον γιο της. Ο γιος της ορέχτηκε την Αθήνα για να βασιλέψει σε όλη την Ελλάδα. Ο Αισχύλος εδώ δράττει την ευκαιρία για να αναφέρει ο Χορός ότι οι Έλληνες δεν έχουν ηγέτη, το αντίθετο δηλαδή με τους Πέρσες. Με σπαρακτική αγωνία υποδέχονται τον Αγγελιαφόρο (Σταύρος Σβήγκος) , που έρχεται σέρνοντας τα βήματά του για να ενημερώσει ότι «Τέλειωσαν όλα !», τον συνοδεύει ένας πένθιμος βόμβος και αμέτρητοι νεκροί. Πάει όλος ο στρατός. Η Βασίλισσα στέκει η δύστυχη βουβή, όμως οι θνητοί πρέπει να υπομείνουν τα βάσανα που τους στέλνουν οι θεοί. Η Άτοσσα χαίρεται που ο Ξέρξης ζει, ενώ ο Χορός γύρω της με αγωνία ρωτά ονόματα των δικών του και με απερίγραπτο πόνο μαθαίνει ότι πέθαναν. Τα ονόματα ανθρώπων, για τα οποία με τόση εμμονή ρωτάει ο Χορός τον αγγελιαφόρο, δεν είναι μόνο περσικά, αλλά είναι ονόματα ανθρώπων, που χάθηκαν και χάνονται κάθε λεπτό στο σήμερα, στο χθες και στο αύριο. Ο θάνατος εξαπλώνεται με τον βόμβο και το βαρύ πένθος εδραιώνεται. Είναι όλοι νεκροί. Ο Χορός πέφτει ένας ένας κάτω νεκρός με το κάθε όνομα, που ακούγεται Είναι οι νεκροί της εξουσίας, όπως τα στρατιωτάκια στο σκάκι, αυτά, που πάντα και εύκολα θυσιάζονται. Αυτά λέει γρήγορα ο Αγγελιαφόρος, αυτά θυμάται από τα δεινά τους και κάνει να φύγει, ενώ η Βασίλισσα και ο Χορός τον φέρνουν πίσω με το ζόρι για να διηγηθεί λεπτομερώς. « Την συμφορά μας όλη Δέσποινα την άρχισε ένας θεός ή δαίμονας.» Όσο διηγείται η μουσική είναι συγκρατημένα επική. Η διήγηση σκληρή, « η θάλασσα γέμισε νεκρούς και τα βέλη σκέπασαν τον ήλιο. Νύχτα ατελείωτη!». Ο Ξέρξης επόπτευε. Σκληρές σκηνές πολέμου και λιμού ξεσηκώνουν κύμα αγανάκτησης και βαθιάς απογοήτευσης, μιας και δεν υπάρχει πρόοδος στην κτηνωδία και την άμετρη φιλοδοξία του ανθρώπου. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν αν πιουν νερό από τη μολυσμένη βροχή του πολέμου. Γνώριμες διηγήσεις πολέμου και ψυχικού και ηθικού τραυματισμού. « Μπαίναμε στα σπίτια , βιάζαμε, πυροβολούσαμε αδιακρίτως. Δεν πίστευα ότι αυτό που έβλεπα μπορούσε να υπάρξει. Η σκηνή αίματος ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ!» Ακούγονται λόγια πολεμιστών τα ίδια σε κάθε γνώριμο πόλεμο. Ας σκεφτούμε τυχαία, οι αναφορές είναι πολλές κα γνώριμες δυστυχώς. Ο Αγγελιαφόρος σε παράκρουση. Η νύχτα αυτή δεν τελειώνει.

Η μουσική του Jeph Vanger και η όρχηση Χορού εξαιρετικές. Εντυπωσιακή η κινησιολογία της Ξένιας Θέμελη. Απογείωσαν την παράσταση. Ο Ξέρξης τους αφάνισε, τους έφερε όλα τα δεινά. Κανείς στην Ασία δεν θα προσκυνά έναν τέτοιο βασιλιά. Ο λαός δε συγκρατείται πια. Τη γλώσσα των θνητών κανένα χαλινάρι πια δεν την κρατά, μιλά ελεύθερα πια.

Η Βασίλισσα εμφανίζεται με πιο ταπεινό ένδυμα και πετά λουλούδια γύρω γύρω στην σκηνή, για τους πεθαμένους. Φοβάται εμφανώς, γι’ αυτό κάνει εξιλαστήριες χοές στον πατέρα του Ξέρξη, τον Δαρείο. Φαίνεται ότι κάπως συγκρατιέται από φόβο για τη δική της ασφάλεια και κυρίως του παιδιού της. Παρακινεί και τον Χορό να καλέσει τον Δαρείο, αλλά ο Χορός δεν μιλά. Τη αποστομώνει και δηλώνει ότι εκείνος θα δεηθεί στους νεκροπομπούς θεούς του για μια ευνοϊκή για εκείνον κάτω από τη γη ζωή. Όλα τα μέλη του Χορού αποσύρονται στο πίσω μέρος της σκηνής και προσεύχονται, με ενορχηστρωμένη φωνή και κίνηση. Απευθύνεται ο Χορός στους θεούς και καταρρακωμένος είναι αποφασισμένος να διαλαλήσει στα πέρατα τον καημό του. « Έλα πατέρα Δαρείε ! Κανείς δεν αφάνισε ποτέ τόσους πολλούς άνδρες! Ποιο αμάρτημα πληρώνουμε με αυτές τις συμφορές μας;» Το είδωλο του Δαρείου (Δημήτρης Καταλειφός) έρχεται αργά και περπατά πάνω σε μια κόκκινη γραμμή αίματος. Ο Χορός προσκυνά. Εκείνος ρωτά να μάθει τί συμβαίνει. Η Βασίλισσα τον ενημερώνει ότι χάθηκε των Περσών η δύναμη. Ο Αισχύλος χρησιμοποιεί το δίπολο Ξέρξη Δαρείου, για να δείξει το δίπολο ανάμεσα στη σύνεση και την αλαζονεία. Η αντίθεση τον δύο δεν είναι απλώς πολιτική, αλλά βαθιά θεολογική και ηθική. Ο Δαρείος τονίζει ότι η δική του επεκτατική πολιτική είχε μέτρο. Σεβόταν τα φυσικά σύνορα που έθεσαν οι θεοί ανάμεσα στην Ασία και την Ευρώπη (τη θάλασσα). Ο Ξέρξης παρουσιάζεται ως ένας νέος, παρορμητικός και αλαζόνας βασιλιάς. Το μεγαλύτερο σφάλμα του, σύμφωνα με τον Αισχύλο, ήταν η ζεύξη του Ελλήσποντου. Προσπάθησε να «δαμάσει» και να αλυσοδέσει την ιερή θάλασσα, πράξη που θεωρήθηκε μέγιστη ασέβεια προς τον Ποσειδώνα. Ο Δαρείος το λέει ξεκάθαρα « Όταν στο χαμό σου μόνος τρέχεις, τρέχει μαζί σου και ο θεός». Ο Δαρείος λέει για να κάνει κάτι τέτοιο ο γιος του ή έχει άρρωστο μυαλό ή κακούς συμβούλους. Ο Δαρείος, δωρικός, σαν καταρρακωμένος Βασιλιάς Ληρ σηκώνει ένα ένα τα μέλη του Χορού και τους λέει ότι ο θεός όρισε ένας του στρατού να έχει το σκήπτρο στην Ασία, αλλά εκείνοι δεν καταλαβαίνουν πού θέλει να φτάσει με τα λόγια του και τον ρωτούν πότε θα δουν επιτέλους ευτυχισμένες μέρες. Ο Δαρείος τους λέει να μην γίνονται υπέρφρονες, γιατί το κακό δεν έφτασε ως τον πάτο του. « Όποιος ψάχνει να μεγαλώσει την ευτυχία του, την χάνει

Η εμφάνιση του ταλαιπωρημένου Ξέρξη (Αναστάσης Ροϊλός), είναι ακόμα πιο τραγική, όχι από το ξεσκισμένο κοστούμι του, αλλά γιατί αναρωτιέται αυτός τί θα απογίνει, ενώ ο Χορός του λέει ότι όλη η χώρα κλαίει τη νιότη της, το άνθος της γης τους, που αυτός αφάνισε. Συνεχίζει εκείνος «Εγώ, ο μαύρος και άραχλος γεννήθηκα για τον χαμό της χώρας μου και της φυλής μου». Ο Χορός κάνει κινήσεις επιθετικές προς το μέρος του, αλλά το ένας συγκρατεί τον άλλον. Για πολύ μικρότερο λόγο σε άλλα καθεστώτα θα υπήρχε αποκεφαλισμός και μπαλίτσα με το κεφάλι του δυνάστη, εδώ και όχι μόνο εδώ τώρα πια δεν ανοίγει ρουθούνι, ενώ τους γενναίους συντρόφους του , τους οδήγησε στον θάνατο. Συνεχίζει χρεώνοντας την άκρατη φιλοδοξία του σε εκείνους, ότι για εκείνους έζευε τον Ελλήσποντο. Είναι ένας νάρκισσος όπως κάθε τρελός ηγέτης. Η ερμηνεία του ηθοποιού θα μπορούσε να γίνει και πιο ακραία, υποδηλώνοντας την τρέλα της εξουσίας, αντ΄αυτού η Άτοσσα, η Βασίλισσα, μανούλα του φέρνει ένα βασιλικό γιλέκο να φορέσει, αυτός, που είναι βασιλιάς και δεν μπορεί να κυκλοφορεί με ταπεινά, σχισμένα ρούχα και τον φυγαδεύει στο παλάτι να ξεκουραστεί, ενώ ο Χορός (Πάρης Αλεξανδρόπουλος, Αγγελική Δεληθανάση, Γιώργος Δερμεντζίδης Κρητικός, Γιώργος Εξακοΐδης, Ξένια Θεμελή, Γιώργος Κισσανδράκης, Γιώργος Κωνσταντινίδης, Ντένης Μακρής, Δημήτρης Μανδρινός, Νίκος Μανωλάς, Αγγελική Παντερμαλή, Τατιάνα- Άννα Πίττα, Πέννυ Σακελλαριάδη, Σαββίνα Σωτηροπούλου, Βασίλης Τρυφουλτσάνης, Βασίλης Τσαλίκης, Σαμψών Φύτρος) επιδίδεται σε έναν συγκλονιστικό θρήνο.

Πρώτη προσπάθεια παράσταση στην Επίδαυρο του εκ Θεσσαλονίκης ορμώμενου Χρήστου Θεοδωρίδη με αυτό το έργο του Αισχύλου, σε μετάφραση του Παναγιώτη Μουλλά. Η επιλογή του σίγουρα δεν είναι γιατί αυτή είναι η πιο παλιά σωζόμενη τραγωδία, αλλά γιατί υπάρχουν πολλές συνάψεις με γνωστές πολεμικές αναφορές, με αφηγήσεις από τα εκάστοτε μέτωπα, ντόπια, δικά μας, αλλά και ξένα. Άνθρωποι θυσιάζονται ανεξέλεγκτα μέχρι τελευταίας πτώσης, για τα μεγάλα οράματα και τις μεγάλες ιδέες, των μεγάλων ανθρώπων, άνθρωποι απανθρωπίζονται και τρελαίνονται. Ο Χορός το απέδωσε τέλεια με την κίνηση, την όρχηση, την κίνηση, τη μουσική, τους καταπληκτικούς φωτισμούς της Ιωάννας Αθανασίου και του Τάσου Παλαιορούτας. Ο φωτισμός στο πίσω μέρος της σκηνής, μια θάλασσα και θάλασσα σωμάτων και αυτή η κόκκινη γραμμή αίματος κατά μήκος της ορχήστρας, το αίμα που μας ενώνει όλους στους αιώνες, τους άπαντες.

Γνήσια και φανερή πολιτική άποψη και πασιφανές αδιέξοδο. Πώς να αντιδράσει κάποιος και να παραμείνει άνθρωπος; Πώς να μη γίνει ίδιος με τα τέρατα που τον καταδιώκουν;, Πώς να διασφαλιστεί η δημοκρατία, η ελευθερία, το δικαίωμα στη ζωή και την ευτυχία;

Μια ενδιαφέρουσα παράσταση με πολλές παραμέτρους και βαθύ στοχασμό.

Η παράσταση θα περιοδεύσει, αναζητήστε τη!

Διανομή:

Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία

Δαρείος: Καταλειφός Δημήτρης

Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης

Αγγελιοφόρος: Σβήγκος Σταύρος

Χορός (αλφαβητικά):

Αλεξανδρόπουλος Πάρης

Δεληθανάση Αγγελική

Δερμεντζίδης Κρητικός Γιώργος

Εξακοΐδης Γιώργος

Θεμελή Ξένια

Κισσανδράκης Γιώργος

Κωνσταντινίδης Γιώργος

Μακρής Ντένης

Μανδρινός Δημήτρης

Μανωλάς Νίκος

Πατερμαλή Αγγελική

Πίττα Τατιάνα- Άννα

Σακελλαριάδη Πέννυ

Σωτηροπούλου Σαββίνα

Τρυφουλτσάνης Βασίλης

Τσαλίκης Βασίλης

Φύτρος Σαμψών

Επικοινωνία

“Είμαστε κοντά σε κάθε σκηνή
που ζωντανεύει τον πολιτισμό.”

Ακολουθήστε μας

Newsletter

© 2025. All rights reserved.

Write your text here...