Είδαμε την παράσταση "Ο τελευταίος Γιάνκης" του Άρθουρ Μίλερ στο Θέατρο Μικρό Γκλόρια

«Δεν είμαι μοιρολάτρης, δεν θεωρώ ότι δεν υπάρχει καμία ελπίδα για τον άνθρωπο, αλλά σαφώς πιστεύω ότι ο πάγος, όπου στεκόμαστε είναι πολύ λεπτός και από στιγμή σε στιγμή μπορεί να σπάσει»

✍🏻 Γράφει: η Θεατρολόγος Μαρία Μαρή

Μια κωμωδία για μία τραγωδία
Ένα από τα τελευταία και πιο ώριμα έργα του Άρθουρ Μίλερ, ο «Τελευταίος Γιάνκης» (1993), ανεβαίνει στη σκηνή του θεάτρου «Μικρό Γκλόρια» με αφορμή τις διαχρονικές θεματικές του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα: την κοινωνική απομόνωση, την ηθική παρακμή, και τη σύγκρουση του ατόμου με ένα σύστημα που δεν επιτρέπει σε κανέναν να υπάρξει ελεύθερα. Δεν δημιουργεί ένα ζοφερό κλίμα, παρά ένα περιβάλλον που από στιγμή σε στιγμή φαίνεται να είναι έτοιμο να αυτοπυρποληθεί.

Μέσα από τις παράλληλες ιστορίες δύο ζευγαριών, ο Μίλερ ξετυλίγει την αποδόμηση του αμερικανικού ονείρου —και μαζί του καπιταλιστικού μοντέλου ζωής— σε ένα μεσοαστικό περιβάλλον, όπου η επιτυχία μετριέται με χρήμα, και κάθε ηθική ή πνευματική αξία υποτιμάται δραματικά.

Το έργο

Ο Λιρόι, ο «τελευταίος Γιάνκης», απόγονος του ιστορικού Χάμιλτον, εργάζεται ως ξυλουργός. Αρνείται να προδώσει τις ηθικές του αξίες και εκπροσωπεί με τη σιωπηλή του αξιοπρέπεια μια εποχή που χάνεται.
Η σύζυγός του, Πατρίσια, βυθίζεται στην κατάθλιψη, όχι μόνο λόγω της οικονομικής δυσχέρειας, αλλά επειδή βλέπει τα μεγάλα όνειρά της να καταρρέουν. Νοσηλεύεται σε ψυχιατρική κλινική, όπου γνωρίζει
την Κάρεν — μια γυναίκα σαφώς πλουσιότερη, που παρ’ όλα αυτά νοσεί εξίσου βαθιά, βυθισμένη στα χάπια και την απόγνωση ενός κόσμου που ορίζει τα πάντα με γνώμονα το χρήμα.

Ο σύζυγος της Κάρεν, ο κύριος Φρικ, επιτυχημένος και ευκατάστατος, αδυνατεί να κατανοήσει τη συναισθηματική κατάρρευση της γυναίκας του. Μέσα από τις συναντήσεις των δύο ζευγαριών στην αίθουσα του επισκεπτηρίου της ψυχιατρικής κλινικής , ο Μίλερ με μαύρο χιούμορ, με φλεγματικό νυστέρι βυθίζεται στην παθογενή ψυχολογία των ηρώων του και υψώνει έναν βάναυσο καθρέφτη μπροστά στην αποδεκατισμένη ανθρώπινη ύπαρξη, μεγιστοποιώντας τη μοναξιά της και τσαλακώνοντας την ψευδαίσθηση της επιτυχίας.

Η παράσταση

Ο «Τελευταίος Γιάνκης» είναι ταυτόχρονα ένα έργο πολιτικό, αλλά και προσωπικό. Βλέπει με μάτι χειρουργού τις παθογένειες της «ιεράς» οικογένειας, καθώς και την ισοπέδωση του ανθρώπου από ένα βάναυσο κοινωνικό σύστημα. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να ευτυχεί μέσα σε ένα άρρωστο κοινωνικό σύστημα.

Σε γιγαντοοθόνη στο θέατρο οι δυο ηρωίδες η Πατ και η Κάρεν βλέπουν να προβάλλονται στο πανί τα χαμένα τους όνειρα με τον Fred Astaire και τη Ginger Rogers να χορεύουν το cheek to cheek, από την ταινία του 1935 Top Hat .

Ανακοινώνεται το επισκεπτηρίου σε μια νευρολογική κλινική και οι δυο ηρωίδες σηκώνονται να ετοιμαστούν να υποδεχτούν τους δικούς τους.

Στο χώρο αυτό συναντιέται ο Λιρόι Χάμιλτον (Πέρης Μιχαηλίδης ), σύζυγος της Πατρίτσια (Ναταλία Στυλιανού ) και ο Φρικ (Βαγγέλης Ψωμάς), σύζυγος της Κάρεν (Μένη Κωνσταντινίδου). Η φωνή από τα μεγάφωνα συστήνει στους επισκέπτες να πουν στους θεραπευόμενους λόγια ελπίδας και ασφάλειας, σα να τους λέει το αντίθετο . Δεν μπορούν να συγκρατήσουν τον βρώμικο χείμαρρο της ψυχής τους, ούτε να υπερβούν τα προσωπικά τους αδιέξοδα. Ο Φρικ μπαίνοντας λέει στον άγνωστο μέχρι εκείνη την στιγμή Λιρόι ότι καθώς έμπαινε στην κλινική συνάντησε κάποιους που ήταν τρελοί ,αλλά δεν τους φαινόταν μέχρι να μιλήσουν.
Ο Μίλλερ μιλά εμμέσως για την « παράνοια» και των παρευρισκομένων. Ο Φρικ (Βαγγέλης Ψωμάς) αμέσως δείχνει τον φρικιαστικό, αδιάκριτο και αγενή χαρακτήρα του. Είναι απωθητικός και αδιάλλακτος .
Οι γυναίκες και των δύο βρίσκονται εκεί γιατί πάσχουν από κατάθλιψη . Ο Φρικ είναι νευρικός στην αναμονή και αρχίζει και τρώει τις νοστιμιές, που έφερε για τη γυναίκα του. Εκτελεί την υποχρέωσή του και θέλει να φεύγει το γρηγορότερο δυνατό. Μιλά με τον Λιρόι (Πέρης Μιχαηλίδης ) και προσπαθεί να μάθει πληροφορίες , για εκείνον, όπως τί δουλειά κάνει, αν έχουν παιδιά και άλλα, για να συνδυάσει με την περίπτωση της δική του γυναίκας. Δεν περνάει από το μυαλό του ότι οι γυναίκες αυτές έχουν οδηγηθεί εκεί από την συμπεριφορά των συζύγων τους. Μαθαίνει ότι ο Λιρόι και η Πατ έχουν 7 παιδιά και ότι εκείνος είναι ξυλουργός, παρόλο που προέρχεται από σπουδαία οικογένεια διανοητών και επιστημόνων. Η Πατρίτσια έχει κάνει 3 απόπειρες αυτοκτονίας, οπότε εκείνος κρίνει ότι θα πρέπει να μείνει κι άλλο στο θεραπευτήριο . Θα μπορούσε να την πάει σε καλύτερη κλινική , τα αδέλφια της γυναίκας του προθυμοποιήθηκαν να καλύψουν τα έξοδα, αλλά εκείνος δεν δέχτηκε, προφανώς από περηφάνια και εγωισμό. Έχει αποσχιστεί από την οικογένειά του, θέλει να τα «καταφέρει» μόνος του. Είναι αλαζόνας, δεν ακούει κανέναν, ούτε τη γυναίκα του , όταν του έδινε σωστές συμβουλές . Ο πατέρας του δικηγόρος με καλή μορφή , αλλά εκείνος θεωρεί ότι δεν είναι ντροπή που είναι μαραγκός . Καθώς το θίγει φαίνεται ότι έχει κάποιο σύμπλεγμα κατωτερότητας. Για ποια ισότητα μιλάμε αν πρέπει να ντρέπεται ο εργάτης , που είναι εργάτης . Αφού όλοι μιλούν για τη εργατική τάξη γιατί δε γίνονται, λέει ο Λιρόι, μαραγκοί κι αυτοί, παρά μόνο παραμορφώνονται . Γίνεται εριστικός , πράγμα που αποκαλύπτει ένα τραύμα, μια υποτίμηση από την οικογένειά του, ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας. Η γυναίκα του , η Πατ, με χαρά του δηλώνει ότι είναι καλύτερα τώρα που από μόνη της έχει «κόψει» τα φάρμακα .

Ο Μίλερ θέλει να καταθέσει ότι η παθογένεια δεν είναι ζήτημα μόνο προσωπικό , αλλά και κοινωνικό . Το τραπέζι του πιγκ πογκ μέσα στο σκηνικό, αυτό αποδεικνύει, ότι εύκολα πετά ο ένας στον άλλο το μπαλάκι , αλλά δεν το ρίχνει ποτέ εκεί που πρέπει να ριχτεί , αφήνοντας την πληγή να επιδεινώνεται και να πυορροεί. Η Κάρεν (Μένη Κωνσταντινίδου), η γυναίκα του Φρικ, είναι συνεσταλμένη και φανερά υποτιμημένη από τον σύζυγό της. «Ό,τι και να λέμε σε λίγο η Κάρεν θα το έχει ξεχάσει». Η λήθη είναι η άμυνά της. Έχει επιλεκτική μνήμη για να μπορέσει να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον, όχι μόνο τοξικό, αλλά και απόλυτα εξοντωτικό για εκείνη .
Ο άντρας της αναγνωρίζει μόνο τη δύναμη του χρήματος . Μιλά συνέχεια στο τηλέφωνο, δέχεται και στέλνει μηνύματα ενώ πρακτικά δε ρίχνει ούτε μια ματιά στη γυναίκα του. Από την ταινία του 1935, έως την σύγχρονη εποχή των κινητών τηλεφώνων δε φαίνεται να έχουν αλλάξει και πολλά πράγματα. Η Κάρεν όταν πιέζεται ξερνά, ξερνά για να απελευθερωθεί από την τοξικότητα που εισπνέει . Ξερνά το άρρωστο κοινωνικό σύστημα στο οποίο και Λιρόι και ο Φρικ έχουν παγιδευτεί για πάντα. Η Πατρίτσια και ο Λιρόι είναι μεθοδιστές και μοιράζονται την «ιερή κοινωνία», ακόμη και με ποιμένες. Όποια απόφαση πάρουν προκύπτει μέσα από συλλογικές διαδικασίες.

Κατά την εκτίμηση του Λιρόι κάθε άνθρωπος που ζει σε αυτή τη χώρα πάσχει από κατάθλιψη. Η Κάρεν πάσχει από ένα είδος πανικού, που οφείλεται στην εγκατάλειψη, που έχει βιώσει από τον άντρα της και στην κακοποίηση που έχει δεχτεί από τη μητέρα της. Όλα αυτά τα σωματοποιεί σε ασθένεια . Θέλει να χορέψει το τραγούδι Cheek to Cheek που βλέπει από την αρχή της παράστασης στην οθόνη του θεάτρου. Τραγούδι και χορογραφία με τον Fred Astaire και την Ginger Rogers. Τραγούδι του 1935 για την ταινία Top Hat , όπου ο Fred Astaire δηλώνει τον έρωτά του για την Ginger Rogers και ίπταται μαζί της με αιθέριες χορευτικές κινήσεις. Είναι η ανάγκη της να αγαπηθεί τόσο ουσιαστικά και αυτή. Όμως το μόνο που θα ενδιέφερε τον άντρα της θα ήταν όχι «να χορεύουν μαζί μάγουλο με μάγουλο», να συντροφεύονται, να μοιράζονται πράγματα και αναμνήσεις, αλλά δυστυχώς το μόνο ενδιαφέρον του εξαντλείται στις επιχειρήσεις του. Την άφηνε μόνη της στο σπίτι, κυνηγώντας το χρήμα, έτσι τα συντεθλιμμένα της όνειρα την οδήγησαν σε αυτές τις κρίσεις πανικού και την επιλεκτική μνήμη. Η Πατρίτσια (Ναταλία Στυλιανού )από την άλλη σουηδικής καταγωγής είχε δεχτεί περιφρόνηση και ρατσισμό όταν πρωτοήρθαν με την οικογένειά της στην Αμερική. Εκεί που θεωρούνταν τελευταίοι, τώρα όλοι ευημερούν. Η Πατ, που ακολούθησε τον άντρα της όμως δεν ευημερεί. Ο Χάμιλτον την παντρεύτηκε καθώς όλη της η οικογένεια είχε ένα είδος μεγαλοϊδεατισμού και εκείνη τον ταπεινό Χάμιλτον, τον ερωτεύτηκε και όλο τον συμβούλευε για προκοπή, όμως εκείνος ποτέ δεν εφάρμοζε τις παραινέσεις της.
Ο Λιρόι εξακολουθεί να της λέει ότι πρέπει να μάθει να αγαπά τον κόσμο, αντί να τον κατακρίνει.

Η Πατρίτσια, συμπονετική και παραστάτης του κάθε αδύναμου, όπως του συζύγου της και τώρα της Κάρεν, επιμένει ν’ αφήσουν την Κάρεν να χορέψει, που τόσο το θέλει. Με δισταγμό, που τη βοήθησε η Πατ να ξεπεράσει φόρεσε το θεατρικό της κοστούμι και χόρεψε υπέροχα, απελευθερωτικά, αλλά για άλλη μια φορά κατακερματίστηκε η ψυχολογία της, με την ψυχρή και αδιάφορη στάση τους άντρα της. Δεν γύρισε ούτε να τη δει. Επιπλέον τραγούδαγε το τραγούδι με λάθος ρυθμό για να την υποτιμήσει, να τα χάσει. Γιατί τόσο άγριο θηρίο ο άνθρωπος. Δεν σσταματά πουθενά.

Και οι τέσσερεις ήρωες είναι χαμένοι σε μια νεύρωση, από την οποία δεν μπορούν να βγουν.

Η σκηνοθεσία της Αγγελική Καρυστινού κατόρθωσε να αποκαλύψει σε βάθος τους χαρακτήρες και το αδιέξοδό τους « παγώνει» πράγματι τους θεατές. Ο γυναίκες με τα τσακισμένα φτερά, οι άνδρες με την αλαζονική τους φύση, είτε είναι πλούσιοι, είτε όχι. Την ακολουθούν στην σκηνοθετική της πρόθεση τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιώργου Λιντζέρη, οι φωτισμοί του Νίκου Βλασσόπουλου και η εξαιρετική μουσική της Αρχοντούλας Μαρούση.

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω από τους ηθοποιούς ποιος έπαιξε καλύτερα. Ήταν όλοι τους υπέροχοι στο ρόλο τους και έδειξαν ότι αγάπησαν πολύ το έργο και με την υποκριτική τους δεινότητα, ήθελαν και πέτυχαν να κάνουν συνένοχους τους θεατές τους.

« Ο τελευταίος Γιάνκης», είναι ένα έργο που αν και τοποθετείται γύρω στο 1935 θίγει διαχρονικά θέματα όπως τις ανθρώπινες σχέσεις, τον πόνο, τη μοναξιά, την απαξίωση, τις προσδοκίες που δεν εκπληρώνονται, την εγκατάλειψη των ονείρων, την απογοήτευση.

Ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Θωμάς Βούλγαρης

Σκηνοθεσία: Αγγελική Καρυστινού

Σκηνικά – Κοστούμια: Γιώργος Λιντζέρης

Φωτισμοί: Νίκος Βλασσόπουλος

Μουσική: Αρχοντούλα Μαρούση

Βοηθός σκηνοθέτη: Μελίνα Καριώρη

Παίζουν:

Πέρης Μιχαηλίδης : Λιρόι Χάμιλτον

Ναταλία Στυλιανού : Πατρίτσια

Μένη Κωνσταντινίδου : Κάρεν

Βαγγέλης Ψωμάς : Φρικ

Video – Trailer : Στέφανος Κοσμίδης

Φωτογραφίες – Κατασκευή Αφίσας: Δώρα Πανταζοπούλου

Μακιγιάζ: Πάνος Ερμίδης

Υπεύθυνη επικοινωνίας: Νταίζη Λεμπέση

Υπεύθυνη παραγωγής: Λία Κίκερη

Παραγωγή: ΕΩΣ Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία

Η παράσταση πραγματοποιείται με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού.