Είδαμε την παράσταση "Ο Καραφλομπέκατσος" της Λένας Κιτσοπούλου με τον Γιάννη Οικονομίδη στο θέατρο OLVIO

✍🏻 Γράφει: η Θεατρολόγος Μαρία Μαρή

Μετά τον “Μουνή” και τις παθογένειες της επαρχίας, η Νατάσα Παπαμιχαήλ επανέρχεται στη “μεγάλη πόλη” και τις δικές της παθογένειες και καταπιάνεται με τον “Καραφλομπέκατσο, μια μαύρη «κωμ(ωδή)α», όπως το έχει δηλώσει, της Λένας Κιτσοπούλου, πάνω στην καθημερινότητα και την επιβίωση στο χαώδες αστικό τοπίο. «Κωμ(ωδή)α», γιατί είναι σαν μια σπαρακτική ωδή πάνω στην ασχήμια της διπλανής πόρτας. μια συνειδητοποίηση της απρόσωπης και αδιάφορης συγκατοίκησης, μαύρη κωμωδία, που σε καλεί να γελάς και να τρομάζεις συγχρόνως. Παίζει με λεπτές χορδές της ψυχής και του νου, τόσο του ήρωα, όσο και του θεατή.

Πρόκειται για μια κωμωδία επιβίωσης στην αστική αρένα, από ήρωες, που προσπαθούν να αντέξουν την πραγματικότητα με το χαρακτηριστικό, ανατρεπτικό, αθυρόστομο και βαθιά πολιτικό ύφος της Λένας Κιτσοπούλου.

Στο τέλος της σαιζόν, την Άνοιξη του 2026, η παράσταση θα παιχτεί για 6 μόνο παραστάσεις στο θέατρο OLVIO και θα συνεχιστεί με τη νέα σαιζόν!

Το κείμενο είναι αποκαλυπτικό της μοναξιάς, της αδιαφορίας, της αποξένωσης μέσα στην πόλη και θα πρότεινα να το σημειώσετε στις ατζέντες σας για τη θεατρική χρονιά 2026-2027 που θα έρθει και να μην το χάσετε!

Το έργο

Ο “Καραφλομπέκατσος, ένας φαλακρός άνδρας, ένα φαλακρό πουλί, είναι έργο, χαρακτηριστικό δείγμα της γραφής της Λένας Κιτσοπούλου.

Ο «Καραφλομπέκατσος» είναι η ιστορία ενός άσημου μουσικού, που στα πενήντα του υποχρεώθηκε, μετά τον χωρισμό από τη γυναίκα του, να εγκατασταθεί με περίσσια ικανοποίηση σε αυτό που θα ήθελε να αποδειχθεί ως «το σπίτι των ονείρων του». Έχει εκδιωχθεί από μια κανονικότητα αστικής και καλά «βολεμένης» ζωής, που φαίνεται ότι τον έχει καθορίσει και τώρα επέλεξε να μείνει μόνος του κάπου κοντά στο σπίτι της πρώην γυναίκας του, μόνο και μόνο για να αποδείξει στον εαυτό του, αλλά και σε εκείνη και στον κόσμο όλο, πόσο ικανός είναι και αυτόνομος, άρα θα μπορεί να επιβιώσει άνετα και χωρίς εκείνη.

Η παράσταση

Ο Καραφλομπέκατσος μέσα στο σπίτι φωνάζει με ενθουσιασμό «Επιτέλους δικό μου σπίτι, δικά μου έπιπλα, δικά μου βιβλία, όλα όπως τα θέλω εγώ». Μόνος, μέσα στο πρόσφατα ανακαινισμένο τριάρι του ’60 που αγόρασε αποκλειστικά για τον εαυτό του, είναι επιτέλους ελεύθερος να αναπνεύσει τον αέρα της εγκατάλειψης ανάμεσα σε κούτες, που δεν έχει ακόμη ανοίξει. Βγαίνει στο μπαλκόνι και ο θόρυβος της πόλης είναι ενοχλητικός. Υπάρχει δε στο πίσω μέρος της σκηνής προβολή με τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, να βγαίνει στο μπαλκόνι του για να πάρει λίγο αέρα, μολυσμένο και ατελείωτη ηχορρύπανση. Γνωστή σκηνή με πολλές παραμέτρους ανάλογα με το ποιος τη ζει. Πολλοί αυτοί που αναπολούν στο μπαλκόνι, που τελικά, στον απολογισμό κάνουν το απονενοημένο βήμα στο κενό, δίνοντας τέλος στη ζωή τους. Ο ήρωας προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι ξεκινά μια νέα, χαρούμενη ζωή, αλλά σταδιακά βυθίζεται στην παράνοια, τον θρήνο και την απόλυτη μοναξιά. Από το παράθυρό του απέναντι βλέπει μια πολυκατοικία. Βάζει το πιάνο του κοντά στο παράθυρο και σκέφτεται ότι καθώς θα παίζει αυτός τον Μπαχ του, οι γείτονες δεν θα ξέρουν τί κάνει. Μπορεί να τον βλέπουν, αλλά δεν είναι σίγουροι τί κάνει, μπορεί να παίζει πιάνο, να ξύνεται, να αυνανίζεται. Αναφέρεται στο αποδιοργανωμένο του σπίτι με τρόπο ψαλτικό, ιερατικό αναφέροντας τα φωτιστικά οροφής, τις στοιβαγμένες καρέκλες κ.λ.π Η πρόθεση του είναι δεικτική για όλες τις « χαμένες» ζωές, που δεν μπόρεσαν ποτέ να οργανωθούν, όπως θα ήθελε αυτός που τις ζει.

Σε αντίστιξη ακούγεται το άσμα « Καλύτερα μαζί σου και τρελός, παρά μονάχος μου και λογικός».

«Σπίτι μου σπιτάκι μου και σπιτοκαλυβάκι μου! Χώρισα όπως ήθελα εγώ με πόνο και ειλικρίνεια.» Είναι χαρούμενος που έχει τη δική του λάμπα, στο δικό του ταβάνι.

Το σκηνικό του Βαγγέλη Ζιλέλη, γεμάτο σακούλες από τη μετακόμιση. Μια κατάσταση που φωνάζει αποδιοργάνωση. Κάθε χωρισμός είναι ένας μικρός θάνατος. Τρελαίνεται μέσα στο σπίτι του. Βρίσκει μιαν εικόνα του Χριστού και σκέφτεται αυτό το «γύρνα και την άλλη παρειά». « Σιγά ρε μακρυμάλλη!» Ουρλιάζει χωρίς φωνή. Πονά. Αμέσως μετά λέει «θεέ μου σχώρα με!» Περιφέρεται από το μπιντέ στο πιάνο και πίσω άλλοτε ενδεδυμένος το ρούχο της μοναξιάς και της απελπισίας κι άλλοτε μένοντας γυμνός από ρούχα, συναισθήματα κι ελπίδες, ποτέ όμως από λέξεις. Οι λέξεις είναι που τον κρατάνε καρφωμένο στην ζωή και μετέωρο στο χείλος του μπαλκονιού του. Οι λέξεις αυτές που για τον Μπέκετ έχουν χάσει το νόημά τους, στην περίπτωση του ήρωα γεμίζουν τον χώρο και οδηγούν σε μια ταραχή. Αναρωτιέται μήπως να βγάλει τον μπιντέ, από το μπάνιο. Το σύμβολο του μικροαστισμού , αυτό το αντικείμενο λειτουργεί ως σύμβολο κοινωνικής ανόδου, συμβιβασμού και μικροαστικής ιδεολογίας. Είναι παραλογισμένος από έρωτα και αποτυχία και δηλώνει ότι αγαπάει την πρώην γυναίκα του. Γίνεται το σκυλάκι της , η κίνησή του εκπληκτική. Δεν την έχει πετύχει πουθενά, ούτε στο κοντινό ψιλικατζίδικο. Αναρωτιέται από την άλλη πώς αγόρασε ένα μικροαστικό σπίτι σε μια μικροαστική γειτονιά, που καθρεφτίζει μια μικροαστική κοινωνία. Όλο το σύστημα είναι καλά οργανωμένο από τα μικράτα. Ξαφνικά γίνεται έρμαιο του βλέμματος των άλλων. Αρχίζει να καταλαβαίνει την παγίδα, σταδιακά νιώθει ξένος μέσα στο ίδιο του το σπίτι, εγκλωβισμένος σε μια πνιγηρή εσωτερική μοναξιά. Ήταν όλα από πριν φτιαγμένα και αποφασισμένα. Ξαφνικά θέλει να φύγει. Αποκαλεί το σπίτι που λάτρευε πριν λίγο « κωλόσπιτο», φυλακή, παγίδα. Πόσο δύσκολη η επιβίωση μέσα στην αστική αρένα, χωρίς ψευδαισθήσεις και κοινωνικούς συμβιβασμούς!

Ο Γιάννης Οικονομίδης εμψυχώνει στην κυριολεξία τον ήρωα. Ταυτίζεται μαζί του, την ώρα που κυκλοφορεί στο σπίτι με την ρόμπα, με το εσώρουχο σε μια παραφρόνα κατάσταση με χίλιες σκέψεις στο μυαλό, με ανεπίλυτα αδιέξοδα, που για τον ευαισθητοποιημένο θεατή οφείλονται στις κοινωνικές δομές, παγίδες για τον ελεύθερο άνθρωπο. Ο ήρωας, ο Γιάννης Οικονομίδης βρίσκεται σε αδιέξοδο, σε μια δύσκολη φάση της ζωής του, όπου δεν υπάρχει φως , ούτε ελπίδα. Έπαιξε μια παρτίδα την έχασε, έκανε ένα ακόμα βήμα να την ξανακερδίσει μόνος του, όμως δεν επαρκούσε. Προσπαθεί να παίξει στο πιάνο, το δικό του κομμάτι, αλλά κάπου σκαλώνει, , προσπαθεί ξανά και ξανά και πάλι το ίδιο. Το κλειδί το έχει άλλο πρόσωπο. Μια γυναίκα, σύμβολο, ερωτική (Άννα Μακούρινα), που διασχίζει την σκηνή για να παίξει αυτή στο πιάνο με μικρά διαλείμματα αρχικά, αλλά μετά με ροή το δικό του μουσικό κομμάτι. Αυτή είχε τον τρόπο. Ένα σύμβολο με το οποίο του είπαν ότι θα συμπορευτεί και θα ζήσει. Και τώρα μετά την απώλεια τί; Πόσο τον έχουν ευνουχίσει από την αρχή; Πώς μπορεί να ανταποκριθεί;

Η κίνηση του Γιάννη Οικονομίδη εξαιρετική σε κάθε στιγμή. Στήνει το αδιέξοδο του ήρωά του και το επικοινωνεί άμεσα στο κοινό του. Ο ήρωας γράφει την τελευταία του παρτιτούρα στο μπαλκόνι του. Εκεί που νομίσει ότι τον βλέπουν όλοι , ότι το κοινό του είναι στα πόδια του και τον θαυμάζει. Παραληρεί. Μένει στο κενό. Η έκβαση αυτής της performance στο μπαλκόνι, σαν να προσκαλεί το κοινό για σκέψη, ή για συνενοχή, ή για συμπαράσταση. Τους ευχαριστεί όπως και νάχει γιατί νιώθει ότι μοιράστηκε μαζί τους κοινά βιώματα και σκέψεις.

Εξαιρετική η σκηνοθεσία της Νατάσας Παπαμιχαήλ. Έχει πλήρως αντιληφθεί το έργο και το έχει αποδώσει σκηνικά. Οι προβολές ενέταξαν τους θεατές στην παράσταση καθώς αναφέρθηκαν σε γνώριμες εικόνες και βιώματα. Η κίνηση του Γιάννη Οικονομίδη μαγευτική, απολύτως ελεγχόμενη και άμεση. Ο ήρωας είναι σε αδιέξοδο, όπως όλοι μας. Μονόδρομος η ζωή και το μπαλκόνι μας η μοναδική σκηνή του τέλους μας.

Οι φωτισμοί του Νίκου Βούλγαρη ακολουθούν επιτυχώς την πορεία της παράστασης, ενώ η πρωτότυπη μουσική σύνθεση και επιμέλεια του Βασίλη Τζαβάρα λειτουργεί αποκαλυπτικά για το παραστασιακό κείμενο. Στο πιάνο η 'Άννα Μακούρινα, μια γοητευτική παρουσία, μια τρομερή πιανίστα, που ακολουθεί το μουσικό και όχι μόνο «κόμπιασμα» του ήρωα. Ξανά και ξανά παίζει τη μουσική που του διαφεύγει, τη ζωή, που χάνει, τον ρυθμό, που ξεχνά. Η παρουσία της απόλυτης γυναίκας, πιανίστα, της μεταμόρφωσης της μουσικής.

Μια ευαίσθητη παράσταση με πολλές προεκτάσεις και δυστυχώς γνώριμες καταστάσεις. Μια καλλιτεχνική απόδοση, που συγκινεί, προβληματίζει και μετακινεί τον θεατή.

Μια παράσταση από αυτές, που δεν χάνονται!

Ταυτότητα της παράστασης

Κείμενο: Λένα Κιτσοπούλου
Σκηνοθεσία Θεατρική διασκευή: Νατάσα Παπαμιχαήλ
Σκηνικά - Κοστούμια: Βαγγέλης Ζιλέλης
Φωτισμοί: Νίκος Βούλγαρης
Πρωτότυπη μουσική σύνθεση - επιμέλεια: Βασίλης Τζαβάρας
Βοηθός σκηνοθέτη: Άννα Μακούρινα

Ερμηνεύει ο Γιάννης Οικονομίδης
Στο πιάνο η Άννα Μακούρινα

Επικοινωνία

“Είμαστε κοντά σε κάθε σκηνή
που ζωντανεύει τον πολιτισμό.”

Ακολουθήστε μας

Newsletter

© 2025. All rights reserved.