Είδαμε την παράσταση «LOCANDIERA» του Κάρλο Γκολντόνι στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν Σκηνή Φρυνίχου
✍🏻 Γράφει: η Θεατρολόγος Μαρία Μαρή
Η Λοκαντιέρα του Γκολντόνι σε μετάφραση της Αγαθής Δημητρούκα, έκανε πρεμιέρα στις 5 Φεβρουαρίου 2026 στο Θέατρο Τέχνης στην σκηνή Φρυνίχου. Πρόκειται για ένα καταπληκτικό, φωτεινό και ολοζώντανο μιούζικαλ σε διασκευή και σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα και σε εμπνευσμένη, πρωτότυπη μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου. Παρουσιάζεται σε μια φρέσκια, σύγχρονη εκδοχή και ένα λαμπερό πρωταγωνιστικό δίδυμο: τη Βερόνικα Δαβάκη και τον Ιβάν Σβιτάιλο.
Το έργο
«Η Λοκαντιέρα» του Κάρλο Γκολντόνι είναι το πιο γνωστό και αγαπητό από τα θεατρικά του έργα.
Πρόκειται για μια κωμωδία σε τρεις πράξεις γραμμένη στο πρώτο μισό του Δεκεμβρίου 1752.
Το έργο παρακολουθεί τα έργα και τις ημέρες της Μιραντολίνας, μιας πανέξυπνης λοκαντιέρας, ιδιοκτήτριας δηλαδή μιας λοκάντας, ενός πανδοχείου, στην Φλωρεντία.
Ανάμεσα στους μόνιμους πελάτες της, αρκετοί είναι εκείνοι που την φλερτάρουν και θέλουν να την παντρευτούν διότι εκτός από πανέξυπνη, η Μιραντολίνα είναι και πολύ όμορφη. Μεταξύ των «μνηστήρων»,
ο ξεπεσμένος αριστοκράτης Μαρκήσιος Φορλιπόπολι που έχει πουλήσει τον τίτλο του έναντι χρημάτων
(η ηρωίδα τον ονομάζει ειρωνικά Μαρκήσιο Σπαγγοραμένο) και ο Κόμης Αλμπαφιορίτα, νεόπλουτος που έχει αγοράσει τον τίτλο του έναντι χρημάτων. Αυτός ξοδεύει χωρίς να λογαριάζει τίποτα προκειμένου να κερδίσει την αγάπη της Λοκαντιέρας.
Εμφανίζεται ο Ιππότης Ρομπέρτο ντι Ριπαφράττα (ο ρόλος αυτός βασίζεται σε πραγματικό πρόσωπο), ένας ακόμα εργένης που όμως είναι μισογύνης και δεν θέλει ποτέ να υποκύψει σε μια γυναίκα ούτε φυσικά να παντρευτεί. Δεν καταβαίνει γιατί οι άλλοι δυο μαλώνουν για μια γυναίκα. Θεωρεί τη γυναίκα βάσανο για τον άνδρα. Όσο πιο μακριά του η γυναίκα, τόσο καλύτερο. Οι δηλώσεις του και η συμπεριφορά του τραβούν το ενδιαφέρον της Μιραντολίνας που αγαπάει τις προκλήσεις και αποφασίζει να τον κάνει να την ερωτευθεί.
Στον μονόλογο που ακολουθεί, η δυναμική πρωταγωνίστρια, χωρίς να γνωρίζει ακόμα τίποτα για το φεμινιστικό κίνημα, μιλώντας προς τον εαυτό της, δηλώνει τις προθέσεις της:
«Ωχ, τι είπε! Ο υψηλότατος κύριος μαρκήσιος Σπαγγοραμένος θα ήθελε να με παντρευτεί; Όμως αν θέλει να με παντρευτεί, υπάρχει μια μικρή δυσκολία. Εγώ δεν τον θέλω. Εμένα μ’ αρέσει το ψητό αλλά τα φούμαρα δεν ξέρω τι να τα κάνω. Αν είχα παντρευτεί όλους εκείνους που μου λέγανε ότι με θέλανε, θα είχα πολλούς συζύγους!
Όσοι έρχονται σ’ αυτή τη λοκάντα, όλοι με ερωτεύονται, όλοι μου κάνουν τους ερωτοχτυπημένους. Και πάρα πολλοί μου κάνουν πρόταση γάμου πράγματι. Αλλά αυτός ο κύριος ιππότης, αγροίκος σαν αρκούδα, μου φέρεται τόσο απότομα; Είναι ο πρώτος ξένος που έρχεται στη λοκάντα μου και δεν έχει διάθεση να κάνει παρέα μαζί μου.
Δεν λέω ότι όλοι αμέσως πρέπει να με ερωτευθούν. Αλλά να με περιφρονεί έτσι; Είναι κάτι που με εξοργίζει. Είναι εχθρός του γυναικείου φύλου; Δεν αντέχει να βλέπει τις γυναίκες; Ο κακομοίρης ο τρελός! Δεν έχει βρει ακόμα μία να τον στρώσει. Αλλά θα την βρει. Θα την βρει. Ποιος ξέρει, ίσως να την έχει ήδη βρει. Αυτός πραγματικά με ιντριγκάρει. Όσοι τρέχουν από πίσω μου, πολύ σύντομα με κάνουν να βαριέμαι. Η αριστοκρατία δεν είναι για μένα. Τα πλούτη τα εκτιμώ και δεν τα εκτιμώ. Το μόνο που με ευχαριστεί είναι να με φλερτάρουν,
να με επιθυμούν, να με λατρεύουν. Αυτό είναι το αδύνατο σημείο μου και αυτό είναι το αδύνατο σημείο όλων των γυναικών. Τον γάμο δεν τον σκέφτομαι κάν. Δεν έχω ανάγκη κανέναν. Ζω τίμια και απολαμβάνω την ελευθερία μου. Με όλους κάνω παρέα αλλά δεν ερωτεύομαι κανέναν ποτέ. Θέλω να κοροϊδεύω αυτούς τους υπερβολικούς εραστές που γίνονται γελοίες καρικατούρες. Και θέλω να χρησιμοποιήσω όλη μου την τέχνη για να κατακτήσω, να νικήσω και να διαλύσω τις βάρβαρες και σκληρές καρδιές που είναι εχθρικές προς εμάς, διότι εμείς είμαστε
το καλύτερο είδος που δημιούργησε η ωραία μητέρα φύση σ’αυτόν τον κόσμο.»
Η παράσταση
Ο Γιάννης Κακλέας αναμετριέται με ένα από τα κορυφαία έργα της ευρωπαϊκής κωμωδίας, φωτίζοντας την ακαταμάχητη Μιραντολίνα ως μια ηρωίδα που ξεπερνά τα όρια της εποχής της. Μια πανέμορφη γυναίκα η Μιραντολίνα (Βερόνικα Δαβάκη), προσβάλλεται όταν τη μεταχειρίζεται σαν σκουπίδι ο Ρομπέρτο ντι Ριπαφράττα (Ιβάν Σβιτάϊλο), που διαμαρτύρεται για τα τσαλακωμένα σεντόνια με μεγάλη αγένεια. « Άλλαξέ μου τα σεντόνια και δεν θέλω καμιά κουβέντα μαζί σου!» Αυτή η συμπεριφορά του την πεισμώνει.
Θα του δείξει αυτή, αυτού του άγριου εχθρού των γυναικών. Αρχίζει να τον χειρίζεται, όταν της λέει ότι με τα κόλπα της δεν θα τον καταφέρει, όπως τον Κόμη και τον Μαρκήσιο, του πετά τις γόβες της εκνευρισμένη, δηλώνοντας ότι δεν θέλει να παντρευτεί, γιατί λογαριάζει την ελευθερία της πάνω από όλα.
Έτσι όμως, με τη δήλωσή της αυτή, κέντρισε το ενδιαφέρον του. Ανταλλάσσουν χειραψία και δηλώνουν ότι είναι υπέροχο να μπορούν οι άνθρωποι να μιλούν ελεύθερα, χωρίς υπονοούμενα και έρωτες.
Τον χειρίζεται με μαεστρία. «Εγώ δεν πάω ποτέ στα δωμάτια των πελατών, αλλά με εσάς θα κάνω μια εξαίρεση» του λέει, προκειμένου να του σερβίρει ένα γεύμα. Εκείνος αμετανόητος δηλώνει ότι «δεν μασάει αυτός με τέτοια δολώματα».
Η εμφάνιση των δύο θεατρίνων (Βάσια Λακουμέντα, Μάϊρα Γραβάν), που θέλουν να το παίξουν αριστοκράτισσες λειτουργούν αντιστικτικά απέναντι στη Μιραντολίνα. Η τελευταία καταλαβαίνει ότι προσποιούνται τις αριστοκράτισσες, τις πλαισιώνει με στοργή και τις φιλοξενεί στη λοκάντα της, ενώ δεν αποκαλύπτει την ταυτότητά τους.
Το τραγούδι όλου του θιάσου «vivere» είναι ένας ύμνος στη ζωή. Τραγούδι και χορός, διαμοιρασμένος σε όλο το εύρος της σκηνής. Όλοι τραγουδούν και χορεύουν.
Οι δυο θεατρίνες θα «παίξουν» με τον σπαγκοραμμένο Μαρκήσιο (Αλέξανδρος Ζουριδάκης), με τη γκροτέσκο κίνηση και με το νεόπλουτο και γαλαντόμο Κόμη (Ντίνος Ποντικόπουλος) για να καταλήξουν βέβαια με τον δεύτερο, που είναι «φραγκάτος».
Ένα ερωτικό παιχνίδι ξεκινά στην λοκάντα. Προσπαθεί ο απένταρος Μαρκήσιος να γοητεύσει τη Μιραντολίνα, το ίδιο και ο σπάταλος Κόμης, αλλά εκείνη τους αποκρούει με τρόπο. Τα τραγούδια έχουν τη σημασία τους. Στόχος να ημερέψει ο «στρίγγλος», το αγρίμι, ο Ρομπέρτο. Η Μιραντολίνα λέει ότι μιλά άνετα με τον Ρομπέρτο γιατί συμβαίνει καμιά φορά να ταιριάζουν τα αίματα. Ο Ρομπέρτο πέφτει στον έρωτά της.
Το παιχνίδι και οι χειρισμοί δεν σταματούν.
Ο σκηνοθέτης Γιάννης Κακλέας και ο συνθέτης Δημήτρης Παπαδημητρίου βασιζόμενοι πάνω στον Γκολντόνι επιχειρούν μια ανατομία της ανθρώπινης ψυχής, μια ανασκαφή των ανθρωπίνων σχέσεων και ειδικότερα των σχέσεων των δύο φίλων. Σε αυτό συνδράμουν η Στεφανία Σωτηροπούλου, με τις ευφάνταστες χορογραφίες της, η Ηλένια Δουλαδίρη με τα εντυπωσιακά κοστούμια και σκηνικά της, η Στέλλα Κάλτσου με τους κατάλληλους φωτισμούς και βέβαια οι ηθοποιοί της παράστασης.
Επί σκηνής μια ορχήστρα (Πιάνο / keyboards: Ανδρέας Κουρέτας, Βιολί: Μιχάλης Βρέττας, Κιθάρα: Βαγγέλης Ντουμανάς, Drums / Κρουστά: Ηλίας Σαμαρτζής) ερμηνεύει τα κομμάτια του Δημήτρη Παπαδημητρίου γραμμένα για την παράσταση δίνοντας συνεχώς έναν ρυθμό στην παράσταση και σχολιάζοντας μουσικά και ζωντανά τα τεκταινόμενα.
Το έργο περιστρέφεται γύρω από τη Μιραντολίνα (Βερόνικα Δαβάκη). Εξαιρετική επί σκηνής. Δυναμική, ανεξάρτητη, ευφυής, τραγουδά υπέροχα, ερμηνεύει, χορεύει, πανέμορφη και γοητευτική, ακριβώς όπως θα ήταν η σύγχρονη λοκαντιέρα. Τα δίδυμα Μαρκήσιος (Αλέξανδρος Ζουριδάκης) και Κόμης ( Ντίνος Ποντικόπουλος ) και οι δύο θεατρίνες (Βάσια Λακουμέντα, Μάϊρα Γραβάν), που σε διπλό ρόλο είναι καμαριέρες της λοκάντας, είναι σκερτσόζικοι ρόλοι, με χιούμορ, ώστε να αποκαλυφθεί ο αδαμάντινος χαρακτήρας της λοκαντιέρας. Ο Φαμπρίτσιο ( Σαμψών Φύτρος) είναι ο μόνιμος παραστάτης της Μιραντολίνας, ο απλός, μεροκαματιάρης άνθρωπος, το αρσενικό alter ego της, που της αποκαλύπτει τον δρόμο προς τον έρωτα. Όταν μένει μόνη της εκείνη καταλαβαίνει. Ο Ρομπέρτο (Ιβάν Σβιτάϊλο) περνά από το δικό του αδιέξοδο, από τον θυμό, το ψυχικό του τραύμα, στην απόλυτη παράδοση στον έρωτα, φυσική ανάγκη κα κατάληξη. Ωστόσο δεν το αντέχει και φεύγει, αλλά ξαναέρχεται με κάποια πρόφαση.
Μήπως όμως στον 21ο το θέμα «έρωτας» είναι αδιέξοδο; Η παράσταση αφήνει ένα ανοιχτό τέλος για σκέψη.
Η Λοκαντιέρα σατιρίζει με ελαφρύ τρόπο τα ήθη και τα έθιμα της κοινωνίας του 18ου αιώνα και καταφέρνει ακόμα και σήμερα να μας κάνει να γελάμε με αυτή την σάτιρα. Η διασκευή του Γιάννη Κακλέα την έφερε σε ένα θέαμα, που αφορά τον σύγχρονο θεατή μέσα από την πολυμορφία του, τραγούδι, χορό, ωραία σκηνικά
και κοστούμια, που πράγματι αιχμαλωτίζουν την προσοχή του και ευαρεστούν το μάτι και την ψυχή του, αναδεικνύοντας το αστείρευτο ταλέντο της Μιραντολίνας και τις κωμικές σκηνές που το πλαισιώνουν.
Ταυτότητα της παράστασης
Μετάφραση: Αγαθή Δημητρούκα
Σκηνοθεσία-Δραματουργική επεξεργασία: Γιάννης Κακλέας
Πρωτότυπη μουσική σύνθεση και ενορχήστρωση: Δημήτρης Παπαδημητρίου
Σκηνικά-Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη
Χορογραφία: Στεφανία Σωτηροπούλου
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Γιώργος Ψαρράκος
Βοηθός σκηνογράφου: Ιωάννα Καλαβρή
Στίχοι πρωτότυπων τραγουδιών: Μαρίτα Αλημίση, Βερόνικα Δαβάκη
Υπεύθυνος Ήχου: Γιάννης Λαμπρόπουλος
Κομμώσεις - Περούκες: Θωμάς Γαλαζούλας
Μακιγιάζ: Faleichyk Olga
Κατασκευές σκηνικών: Lazaridis Scenic Studio
Φροντιστής: Θανάσης Βούλκος
Ειδικές κατασκευές φροντιστηρίου: Βασιλική Τσιλιγκρού
Οργάνωση Παραγωγής: Κωνσταντίνος Σαγιάς
Συντονισμός Παραγωγής: Κωνσταντινα Τζιλίρα
Διεύθυνση Παραγωγής για το Ελληνικό Σχέδιο: Τηλέμαχος Κρεβάικας
Προγραμματισμός, Διεύθυνση Ορχήστρας, μουσική διδασκαλια: Ανδρέας Κουρέτας
Διανομή:
Μιραντολίνα: Βερόνικα Δαβάκη
Ρομπέρτο Ριπαφράττα: Ιβάν Σβιτάϊλο
Κόμης Αλμπαφιορίτα : Ντίνος Ποντικόπουλος
Μαρκήσιος Φορλιπόπολι: Αλέξανδρος Ζουριδάκης
Ορτένσια: Βάσια Λακουμέντα
Ντεγιανίρα: Μάϊρα Γραβάνη
Φαμπρίτσιο: Σαμψών Φύτρος
Ορχήστρα Θεάτρου:
Πιάνο / keyboards: Ανδρέας Κουρέτας
Βιολί: Μιχάλης Βρέττας
Κιθάρα: Βαγγέλης Ντουμανάς
Drums / Κρουστά: Ηλίας Σαμαρτζής
Εκτέλεση Παραγωγής: Gg Productions
Παραγωγή: Ελληνικό Σχέδιο - Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κούν - VD Arts- Artinfo.gr
Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη


Επικοινωνία
“Είμαστε κοντά σε κάθε σκηνή
που ζωντανεύει τον πολιτισμό.”
Ακολουθήστε μας
Newsletter
© 2025. All rights reserved.


