Είδαμε την παράσταση "ΕΚΑΒΗ-Στη σκιά της Πολιτείας"

Σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού στις 25 & 26 Ιουνίου 2026

✍🏻 Γράφει: η Θεατρολόγος Μαρία Μαρή

Σαν τελευταία θεατρική παραγωγή που παρουσιάστηκε στον εμβληματικό χώρο του Ωδείου Ηρώδου Αττικού πριν από την έναρξη των εργασιών ανακαίνισής του, το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, επέλεξε σε συμπαραγωγή με την εταιρεία παραγωγής Λυκόφως, και στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων της Ακαδημίας Αθηνών (1926-2026) και παρουσίασε την παράσταση «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας», σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, την Πέμπτη 25 και την Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026. Ο Στάθης Λιβαθινός επιστρέφει στην αρχαία τραγωδία, μαζί με τη σταθερή ομάδα συνεργατών του, με μια νέα μεγάλη παραγωγή υψηλών καλλιτεχνικών προδιαγραφών.

Το έργο

Η Εκάβη του Ευριπίδη (περίπου 427-424 π.Χ.) είναι μια από τις πιο σκοτεινές και ψυχολογικά φορτισμένες τραγωδίες. Εστιάζει στις τραγικές συνέπειες του Τρωικού Πολέμου από την πλευρά των ηττημένων, εξετάζοντας πώς η βία και η απώλεια μπορούν να μετατρέψουν το θύμα σε εκδικητικό θύτη. Είναι μια τραγωδία γραμμένη στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου και αποτυπώνει έναν κόσμο σε κρίση, όπου το δίκαιο και οι ηθικές αξίες έχουν καταρρεύσει.

Το έργο διαδραματίζεται στο στρατόπεδο των Ελλήνων στη Θράκη μετά την πτώση της Τροίας. Ξεκινά με το φάντασμα του Πολύδωρου, του μικρότερου γιου της Εκάβης, ο οποίος αποκαλύπτει ότι δολοφονήθηκε άνανδρα από τον σύμμαχό τους, τον βασιλιά Πολυμήστορα, για να του κλέψει τον θησαυρό που του είχε εμπιστευτεί ο Πρίαμος μαζί με τη φύλαξη του γιού τους. Στο πρώτο μέρος, η Εκάβη θρηνεί για την επικείμενη θυσία της κόρης της, Πολυξένης, στον τάφο του Αχιλλέα. Στο δεύτερο μέρος, μαθαίνει για τον φρικτό θάνατο του Πολύδωρου, βυθίζεται στο πένθος και οργανώνει την απόλυτη εκδίκηση: τυφλώνει τον Πολυμήστορα και σκοτώνει τα παιδιά του. Η Εκάβη βιώνει τον απόλυτο εξευτελισμό από Βασίλισσα καταλήγει σκλάβα και χάνει όλα της τα παιδιά, γίνεται αυτό που εκείνη λέει «ορφανή από παιδιά».

Η παράσταση

Η Εκάβη μπαίνει στην σκηνή σέρνοντας μια καρέκλα, τον θρόνο, ή ό, τι απέμεινε από το βάρος αυτής της εξουσίας, της οποίας το τίμημα πλήρωσε πολύ ακριβά. Από την αρχή κάνει αναφορά στο σπήλαιο του Πλάτωνα. Διηγείται σαν παραμύθι σκηνές από το Σπήλαιο στο 7ο βιβλίο του έργου του Πλάτωνα, Πολιτεία. Κάποτε στο Σπήλαιο ζούσαν άνθρωποι, αλλά δεν μπορούσαν να γυρίσουν το κεφάλι τους, ούτε να μιλήσουν μεταξύ τους. Ο Πλάτων παρομοιάζει τον κόσμο μας με μια σκοτεινή υπόγεια σπηλιά. Στο βάθος της κάθονται άνθρωποι αλυσοδεμένοι από τη γέννησή τους, ανίκανοι να στρέψουν το κεφάλι τους. Πίσω τους καίει μια μεγάλη φωτιά και ανάμεσα στη φωτιά και τους φυλακισμένους υπάρχει υπερυψωμένο μονοπάτι, από το οποίο περνούν άλλοι άνθρωποι κουβαλώντας διάφορα αντικείμενα όπως αγάλματα και σκεύη. Η φωτιά προβάλλει τις σκιές των αντικειμένων στον τοίχο που κοιτούν οι αλυσοδεμένοι. Βλέπουν μόνο τις σκιές των ομοιωμάτων. Από την αρχή παρουσιάζεται πίσω από ένα πανί η σκιά του Πολύδωρου (Αντώνης Γιαννακός), του μικρότερου από τα παιδιά του Πριάμου, που τον σκότωσε ο φίλος του πατέρα του, ο Πολυμήστορας, για να καρπωθεί την περιουσία του. Με αυτή τη σκιά θα συναπαντηθεί αργότερα και η Πολυξένη, όταν αυτή θα θυσιαστεί πάνω στον τάφο του Αχιλλέα. Ο Πολύδωρος πέθανε άταφος και άκλαυτος.

Μέσα σε αυτό το τοπίο βίας και απώλειας, η άλλοτε κραταιά Εκάβη, συντετριμμένη από την απώλεια και εκτεθειμένη στην ιστορική βία, έρχεται αντιμέτωπη με τη διάλυση κάθε σταθεράς του κόσμου της. Βασίλισσα, μητέρα, αιχμάλωτη, φέρει πάνω στο σώμα της τα ίχνη του πολέμου και της ανθρώπινης ωμότητας ενώ, μέσα στην αποσάθρωση κάθε έννοιας δικαίου, οδηγείται σταδιακά σε μια οριακή κατάσταση όπου ο πόνος, η εκδίκηση, η ηθική και η δικαιοσύνη απλώς συγχέονται.

Απέναντι σε αυτή τη συντριβή, τα αποσπάσματα από την «Πολιτεία του Πλάτωνα» φέρνουν μια διαφορετική οπτική ως προς το δίκαιο, ως βάση μιας αρμονικής κοινωνίας και ως προς την αλήθεια ως κάτι που ξεπερνά τα φαινόμενα. Άξονας της σκηνοθεσίας είναι συγκεκριμένα «Ο μύθος του Σπηλαίου» - η εμβληματική πλατωνική αλληγορία για την πλάνη, τη γνώση και τη δυνατότητα αφύπνισης. Σε αυτό το πλαίσιο, η Εκάβη φωτίζεται εκ νέου, σε έναν κόσμο όπου, πέρα από τους αθώους νεκρούς, κανείς δεν μένει ηθικά αλώβητος.

Όλοι φορούν μισές μάσκες εκτός από την Εκάβη, που θα τη φορέσει μόνο στο τέλος, φωνάζοντας, με ακραίο θρήνο ότι έτσι, τέτοια απαίσια είναι η φύση του ανθρώπου. Μέσα από αυτή τη συνάντηση τραγωδίας και φιλοσοφίας, η παράσταση μετατρέπεται σε πεδίο στοχασμού, όπου αναμετρώνται τα όρια της επίγνωσης, του ανθρώπινου μέτρου και της ευθύνης. Καθώς οι θεατές βλέπουν τις σκιές, δεν ξέρουν τί είναι ακριβώς αλήθεια, όπως ο δεσμώτης, που απελευθερώθηκε από το Σπήλαιο και βγήκε έξω στο φως, στη γνώση. Αλλά και τότε ήξερε αν αυτό που έβλεπε είναι αληθινό, αφού έβλεπε ως τότε μόνο τη σκιά του; Ο αληθινός κόσμος, ο αισθητός είναι οι απατηλές αντανακλάσεις της πραγματικότητας που βιώνουμε μέσω των περιορισμένων αισθήσεών μας.

Οι Τρωαδίτισσες, ο Χορός (Άννα Μάγκου , Λιλλύ Μελεμέ, Ερατώ Πίσση

Θεοδοσία Σαββάκη, Βιργινία Ταμπαροπούλου) καθισμένες σε κάποιες υποδοχές, σα μικροί στάβλοι, με άχυρα, σαν στασίδια εκκλησίας, ή σαν έδρανα βουλής, σαν χώρος, που τις έχουν πετάξει ως δούλες. Ένας Χορός με έντονη κίνηση αγανακτισμένων και φοβισμένων γυναικών, που από αρχόντισσες κατέληξαν δούλες. Η καταπληκτική κίνησή τους είναι εναρμονισμένη με τη εκπληκτική μουσική του Θοδωρή Αμπαζή με στοιχεία metal. Συγκλονιστική η παρουσία των μουσικών επί σκηνής (Γιώργος Κοκκινάρης, κοντραμπάσο, Άγγελος Παππάς, ηλεκτρική κιθάρα, Ιάκωβος Παυλόπουλος, κρουστά), ακολουθούσαν την όρχηση του Χορού με απόλυτη συνέπεια και έδιναν τη δέουσα ατμόσφαιρα.

Η διήγησή του Χορού γλαφυρή. Ενημερώνουν την Εκάβη ότι πρόκειται να θυσιάσουν την Πολυξένη πάνω στον τάφο του Αχιλλέα. Ο Χορός δίνει την εικόνα των ξωτικών του Σαίξπηρ. Ανάερη κίνηση με υπέροχο, αέρινο, ρομαντικό και παραμυθένιο νεραιδοφόρεμα. Η Εκάβη (Μαρία Σαββίδου) καλεί την Πολυξένη (Πολυξένη Παπακωνσταντίνου), που βγήκε σα νεράιδα, σα πνεύμα, μπήκε κάτω από τα ρούχα της μητέρας της και εμφανίστηκε από εκεί σα γέννα. Η Πολυξένη φοβάται. Η Εκάβη την πληροφορεί ότι έχουν οι Έλληνες αποφασίσει να της πάρουν τη ζωή. Ο Χορός προβληματίζεται « Και η Δικαιοσύνη; Να δίνεις πίσω ό,τι οφείλεις και στον εχθρό; Βέβαια ό,τι του αναλογεί , άρα και το κακό. Δίκαιο είναι να ευεργετείς τον φίλο και να βλάπτεις τον κακό. Δίκαιο είναι να μην βλάπτεις κανέναν. » Πάλι το θέμα των σκιών και της αλήθειας. Για τον Πλάτωνα το Δίκαιο είναι η υψηλότερη αρετή της ψυχής και της πολιτείας, συνδεόμενο άμεσα με την αλήθεια και την απαλλαγή από την άγνοια. Στο σκοτάδι του Σπηλαίου το δίκαιο είναι υποκειμενικό και βασίζεται στις αισθήσεις και τις προκαταλήψεις. Ό,τι κρίνουν ως σωστό ή λάθος εξαρτάται από τις «σκιές» που δημιουργούν οι άλλοι. Οι άνθρωποι εκεί είναι έρμαια του «επιθυμητικού» μέρους της ψυχής τους (πάθη, φιλοδοξίες, συμφέροντα) και οδηγούνται στην αδικία, την οποία ο Πλάτων παρομοιάζει με εσωτερική «αταξία». Ο ορισμός του πραγματικού Δικαίου απαιτεί έξοδο από το Σπήλαιο. Μόνο όποιος γνωρίζει το απόλυτο Καλό μπορεί να κατανοήσει την έννοια του Δίκαιου.

Ο Οδυσσέας (Γιώργος Δάμπασης) φτάνει ως αγγελιαφόρος των Αχαιών για να ανακοινώσει στην Εκάβη ότι αποφασίστηκε η θυσία της κόρης της, της Πολυξένης. Η έκπτωτη βασίλισσα τότε του υπενθύμισε ότι τον είχε σώσει από βέβαιο θάνατο, όταν είχε μπει κρυφά και μεταμφιεσμένος στην Τροία ως κατάσκοπος και η Εκάβη τον αναγνώρισε, αλλά δεν τον κατέδωσε και τον άφησε να φύγει σώος και αβλαβής. Τώρα της το ανταποδίδει με το να μένει αδιάφορος στις ικεσίες της. Τον εκλιπαρεί, του λέει ότι αυτή η κόρη της είναι η παρηγοριά της ψυχής της, μόνο αυτή έχει. Τον εκλιπαρεί και η Πολυξένη, αλλά ο Οδυσσέας δεν συγκινείται. Πώς αυτή που τη διεκδικούσαν βασιλιάδες, θα γινόταν μετά δούλα και τώρα θα δώσει το κορμί της στον Άδη; Στο τέλος φτάνει να παραδίνει μόνη της το κορμί της για θυσία, όπως η Ιφιγένεια. Η Εκάβη θέλει να πεθάνει αυτή στη θέση της κόρης της, δεν αντέχει, ολοφύρεται, παρακαλεί να μην την αφήσουν « ορφανή από παιδιά

Ο Οδυσσέας, ο Ταλθύβιος και ο Αγαμέμνων κατεβαίνουν από ένα ξύλινο έδρανο στο πάνω μέρος της σκηνής. Είναι η εξουσία και η έκφρασή της, που κατεβαίνει για να αναστατώσει τα πράγματα, να δημιουργήσει καταστροφή.

Εξαιρετικά τα σκηνικά και τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου, με άποψη και μελέτη, όπως όλα τα στοιχεία της παράστασης.

Ο Ταλθύβιος (Νίκος Καρδώνης) τρέχει επί τόπου πάνω στο τραπέζι, τρέχει για να αφηγηθεί στην Εκάβη την σφαγή της Πολυξένης. Με τη θυσία της θα γυρίσουν πίσω τα πλοία των Αργιτών. Η Πολυξένη σε αντιστοιχία με την Ιφιγένεια πεθαίνει οικειοθελώς. Προτάσσει τον λαιμό της και με παρρησία βασιλική προσφέρει τον λαιμό της στον σφαγέα της.

Ο Ταθύλβιος της λέει να θάψει την κόρη της, όπως εκείνη επιθυμεί. Η Εκάβη σπαράζει πάνω στην καρέκλα καλώντας απεγνωσμένα τον Πρίαμο. Το ένα κακό διαδέχεται το άλλο. Πόσο ακόμα; Εμφανίζεται το φάντασμα του Πολύδωρου (Αντώνης Γιαννακός), θαύμα φρικτό, κάνει να τον αγκαλιάσει η Εκάβη και εκείνος χάνεται περνώντας μπροστά της. Πώς να αγκαλιάσει τον αιθέρα;

Ακόμα μια διήγηση για έναν άνθρωπο, που λύθηκε από τα δεσμά του και βγήκε στο φως. Όταν γύρισε οι ίδιοι που ήταν πίσω δεν τον αποδέχτηκαν ποτέ, αλλά ούτε και αυτός μπορούσε να τους επικοινωνήσει όσα έμαθε.

Ο αυστηρός Αγαμέμνων (Άρης Τρουπάκης) έρχεται και η Εκάβη του ζητά να τη βοηθήσει να τιμωρήσει τους άθλιους, που φέρθηκαν τόσο βάναυσα στο γιο της. Ο Αγαμέμνονας προσπάθησε να ξεφύγει. Εκείνη του πέταξε κατά πρόσωπο ότι κάτι της χρωστούσε. Είχε ερωμένη την κόρη της, Κασσάνδρα, την αδελφή του Πολύδωρου, να του χαρίζει ερωτικές νύχτες κι όφειλε ως βασιλιάς να τιμωρήσει το κακό. Ο Αγαμέμνων αρνήθηκε να μετάσχει στην τιμωρία του Πολυμήστορα, γιατί φοβόταν την κρίση του λαού του, καθώς ο Πολύδωρος, ήταν γιος εχθρού. Μπορεί η μορφή του, κυρίως όπως προκύπτει από την ένταση της φωνής του, να δηλώνει ένα κύρος, όμως και αυτός είναι κάπου υπόλογος. Δέχτηκε ωστόσο να της δώσει μια ευκαιρία να κάνει εκείνη αυτό που σχεδίαζε, χωρίς την δική του συμμετοχή.

Όταν οι άνθρωποι είναι απεγνωσμένοι, στρέφονται στον θεό. Επειδή η Εκάβη δεν είναι τίποτα πια, ζητά από τον ισχυρό Αγαμέμνονα να την συντρέξει. Προκύπτει πάλι το θέμα του Δικαίου και ο Αγαμέμνων θεωρεί ότι το Δίκαιο είναι το Δίκαιο του ισχυρότερου, «οι βοσκοί επιβλέπουν το καλό των προβάτων.»

Η Εκάβη έστειλε να φωνάξουν τον Πολυμήστορα και τους δυο γιους του: Είχε, είπε, να του φανερώσει πολύ σπουδαία μυστικά. Όσο ο απεσταλμένος να πάει και να έρθει, η θύμηση του Χορού γύρισε στη νύχτα που πάρθηκε η Τροία. Οι σκλαβωμένες γυναίκες καταριόνταν την Ελένη, πηγή όλων αυτών των κακών.

Ο Πολυμήστορας (Νέστωρ Κοψιδάς) κατέφθασε τρέχοντας και γεμάτος κροκοδείλια δάκρυα για τον χαμό του Πριάμου και την αιχμαλωσία της Εκάβης, κρατώντας στα χέρια του τα δυο του παιδιά. Όσο για τον Πολύδωρο, την καθησυχάζει και της λέει ότι δεν πρέπει να ανησυχεί. Η Εκάβη του μιλούσε κάνοντας πως αγνοούσε τον φόνο του Πολύδωρου κι εκείνος της απαντούσε με ψευτιές. Ναι, ο Πολύδωρος ζούσε ευτυχισμένος. Καλά θα ήταν να του έλεγε η Εκάβη πού βρίσκονταν οι κρυμμένοι θησαυροί του Πριάμου, να φροντίσει αυτός να φτάσουν στα χέρια του παιδιού της. Άπληστος, ανερμάστιστος και ανήθικος, όπως ο Ιάγος, ο Ριχάρδος ο Γ’, ο Μάκμπεθ. Το δάνειο στο ελισαβετιανό θέατρο και τον Σαίξπηρ έρχεται στην πηγή του.

Η Εκάβη τον κάλεσε να μπει στη σκηνή του Αγαμέμνονα. Πείστηκε αυτός να την ακολουθήσει. Ο Χορός τραγουδούσε την επερχόμενη τιμωρία. Μέσα στη σκηνή, Τρωαδίτισσες βοήθησαν την Εκάβη να τυφλώσει τον Πολυμήστορα και να σκοτώσει τα παιδιά του, περνώντας μια κουβέρτα από πάνω τους, σεβόμενες να μην φαίνεται νεκρό σώμα επί σκηνής. Τα ουρλιαχτά του μαρτυρούσαν για το τι γινόταν.

Η Εκάβη βγήκε ικανοποιημένη από τη σκηνή. Η εκδίκηση της είχε δώσει νέα ζωή. Βγήκε κι ο τυφλός πια Πολυμήστορας. Στην σκηνή, καλυμμένα φαίνονταν τα κορμιά των νεκρών παιδιών του. Στον Αγαμέμνονα που ήρθε πάλι, ο Πολυμήστορας ζητώντας τη βοήθειά του, του « πούλησε» εξυπηρέτηση λέγοντάς του ότι σκότωσε τον Πολύδωρο για να εξυπηρετήσει τους Αχαιούς, ειδικά μετά που έπεσε η Τροία. Όμως, ο βασιλιάς των Αχαιών δεν πείστηκε. Έδωσε δίκιο στην Εκάβη.

Χαιρέκακα, ο Πολυμήστορας του ανάγγειλε τον χρησμό που ο ίδιος γνώριζε: «Η Εκάβη δεν επρόκειτο να γλιτώσει. Θα μεταμορφωνόταν σε σκύλα και ο Αγαμέμνονας με την Κασσάνδρα δεν επρόκειτο να γλιτώσουν, θα τους σκότωνε η Κλυταιμνήστρα».

Θύμωσε με όλα αυτά ο Αγαμέμνονας κι έδωσε διαταγή να παρατήσουν τον τυφλό σ’ ένα ερημονήσι.
Καταπληκτική η Μαρία Σαββίδου στη μορφή της Εκάβης, που παραμένει διαχρονικό σύμβολο του μητρικού πένθους και της αχαλίνωτης οργής. Η ηθοποιός έχει μεγάλη ευχέρεια στην ερμηνεία της και κάλυψε άρτια όλη την γκάμα των συναισθημάτων. Το κοστούμι της και η όλη εμφάνισή της δείχνει αυτή την έκπτωτη βασίλισσα , που σέρνει το αίμα των πεθαμένων της, την βαριά μνήμη της και τον πόνο μέσα στα χρόνια. Άραγε υπάρχει κάθαρση; Η μετάλλαξη της πονεμένης βασίλισσας σε εκδικητική Ερινύα, είναι μια πράξη που δείχνει πώς ο πόνος και η αδικία διαβρώνουν την ανθρώπινη ψυχή και σπρώχνουν στην κτηνωδία και την βαναυσότητα, στην εξίσωση του θύματος με τον θύτη, θέτοντας ταυτόχρονα ερωτήματα για την αποκατάσταση της δικαιοσύνης σε έναν κόσμο που έχει καταρρεύσει ηθικά, γι’ αυτό και η επιλογή του συσχετισμού των δύο κειμένων της Εκάβης και του Σπηλαίου.

Ενδιαφέρουσα η μετάφραση της Έλσας Ανδριανού καθώς και η σύνθεση των κειμένων στα επίμαχα σημεία της ίδιας και του σκηνοθέτη Στάθη Λιβαθινού. Με την σκηνοθετική του δεινότητα, έδωσε και μια ακόμα διάσταση στο κείμενο και σημαντικές αναφορές. Στο στόχο του συνέβαλλε η πολυεπίπεδη, πρωτότυπη μουσική σύνθεση του Θοδωρή Αμπαζή, οπωσδήποτε η κινησιολογία και η διδασκαλία μάσκας του Camilo Betancor και οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου.

Είναι εκπληκτική η καταγγελία της Εκάβης μπροστά στα καθίσματα των επισήμων για υποκρισία, απληστία, κερδοσκοπία, μένος και εκδικητικότητα.

Η οδύνη επιφέρει εκδίκηση και ξεκινά ένα ατέρμονο κύκλο αίματος.

Ο Ευριπίδης ανατρέπει τα στερεότυπα και αυτό υπηρετείται απόλυτα από την παράσταση. Οι «πολιτισμένοι» Έλληνες (με προεξάρχοντα τον Οδυσσέα) συμπεριφέρονται με απίστευτη σκληρότητα, θυσιάζοντας ένα κορίτσι, ενώ ο «βάρβαρος» σύμμαχος Πολυμήστορας δολοφονεί για το κέρδος. Οι δύο εξισώνονται.

Πού βρίσκεται η δικαιοσύνη σε συνθήκες απόλυτης καταστροφής; Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ας ρίξουμε μια ματιά στον κόσμο γύρω μας και στα όσα συμβαίνουν για να αντιληφθούμε πόσο διαχρονικός είναι ο λόγος του Ευριπίδη και πόσο αδικαίωτη η εκάστοτε Εκάβη.

Ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Έλσα Ανδριανού

Σύνθεση κειμένων: Έλσα Ανδριανού, Στάθης Λιβαθινός

Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Στάθης Λιβαθινός

Σκηνικά– Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου

Πρωτότυπη μουσική σύνθεση: Θοδωρής Αμπαζής

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Κινησιολογία - Διδασκαλία Μάσκας: Camilo Betancor

Σχεδιασμός ήχου - ηχοληψία: Κώστας Μιχόπουλος

Κατασκευή Μασκών: Εργαστήριο Δήμητρα Καίσαρη

Βοηθός σκηνοθέτη: Ηλέκτρα Μαγγίνα

Βοηθός σκηνογράφου - ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη

Βοηθός συνθέτη: Γιώργος Καρούμπαλος

Συντονιστής Παραγωγής: Νίκος Χαραλαμπίδης

Μετάφραση στα Αγγλικά Μελισσάνθη Γιαννούση

Εκτέλεση παραγωγής: Polyplanity Productions

Διεύθυνση παραγωγής: Γιολάντα Μαρκοπούλου, Βίκυ Στρατάκη

Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου – Πολιτιστικός Οργανισμός Λυκόφως /Γιώργος Λυκιαρδόπουλος

Παίζουν

ΕΚΑΒΗ: Μαρία Σαββίδου

ΠΟΛΥΔΩΡΟΣ: Αντώνης Γιαννακός

ΠΟΛΥΞΕΝΗ: Πολυξένη Παπακωνσταντίνου

ΟΔΥΣΣΕΑΣ: Γιώργος Δάμπασης

ΤΑΛΘΥΒΙΟΣ: Νίκος Καρδώνης

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ: Άρης Τρουπάκης

ΠΟΛΥΜΗΣΤΩΡ: Νέστωρ Κοψιδάς

ΧΟΡΟΣ ΤΡΩΑΔΩΝ ΑΙΧΜΑΛΩΤΩΝ:

Άννα Μάγκου

Λιλλύ Μελεμέ

Ερατώ Πίσση

Θεοδοσία Σαββάκη

Βιργινία Ταμπαροπούλου

Μουσικοί επί σκηνής:

Γιώργος Κοκκινάρης, κοντραμπάσο
Άγγελος Παππάς, ηλεκτρική κιθάρα

Ιάκωβος Παυλόπουλος, κρουστά

Η παράσταση πραγματοποιείται στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων της Ακαδημίας Αθηνών (1926-2026).

Η παράσταση παρουσιάζεται με αγγλικούς υπέρτιτλους.

Επικοινωνία

“Είμαστε κοντά σε κάθε σκηνή
που ζωντανεύει τον πολιτισμό.”

Ακολουθήστε μας

Newsletter

© 2025. All rights reserved.

Write your text here...