Είδαμε την πάρασταση "Ανάσταση" του Τολστόι στο θέατρο Noūs

✍🏻 Γράφει: η Θεατρολόγος Μαρία Μαρή

Για τους ανθρώπους ο πόλεμος είναι πάντα ολέθριος, ακόμη κι όταν είναι επιτυχής. Αυτή είναι η άποψη του Τολστόι και αυτό δεν έχει αλλάξει μέσα στα χρόνια. Οι γυναίκες διαχρονικά θύματα του πολέμου.

Το 90% των θυμάτων πολέμου είναι άμαχοι, εκ των οποίων τα δύο τρίτα είναι γυναίκες και παιδιά, που υφίστανται συστηματική σεξουαλική βία ως όπλο πολέμου, καταναγκαστική εργασία, εκτοπισμό και εγκλωβισμό, βιώνοντας ακραίες επιπτώσεις στην ψυχική και σωματική υγεία. Από την αρχή ο σκηνοθέτης Βασίλης Τριανταφύλλου θέτει την πρόθεσή του να δείξει τη βία κατά των γυναικών και την εκμετάλλευση του γυναικείου σώματος διαχρονικά, παρουσιάζοντας επί σκηνής γυναίκες, που μοιάζουν να εργάζονται σε νυχτερινό κέντρο ή σε κάποιο οίκο ανοχής.

Η Ανάσταση του Τολστόι προσφέρεται κατά την εκτίμηση του σκηνοθέτη για να γίνουν οι απαραίτητες συνάψεις με την σύγχρονη εποχή.

Το έργο

Η «Ανάσταση» (1899) είναι το τελευταίο μεγάλο μυθιστόρημα του Λέοντα Τολστόι, που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και αποτελεί ένα κείμενο έντονης κοινωνικής κριτικής και ηθικής αφύπνισης και γράφτηκε, με διακοπές, σε ένα διάστημα περίπου εφτά χρόνων (1889 - 1896). Πρόκειται για ένα έργο γραμμένο στα εβδομήντα του χρόνια, που συμπυκνώνει όλες τις εμπειρίες, όλη τη σοφία του μεγάλου συγγραφέα, ένα έντονο χτύπημα στο σαπισμένο δέντρο του τσαρικού καθεστώτος στα τέλη του περασμένου αιώνα, ενώ ο Τολστόι δείχνει την συμπάθειά του στο φτωχό λαό και στους αγωνιστές, που παλεύουν να τον βγάλουν από την εκμετάλλευση κι από το σκοτάδι της αμάθειας. Μέσα από την ιστορία του πρίγκιπα Νεχλιούντοφ, ο οποίος προσπαθεί να εξιλεωθεί για την καταστροφή της ζωής της Κατιούσα Μάσλοβα, ο Τολστόι καταγγέλλει την υποκρισία της ρωσικής αριστοκρατίας, τη διαφθορά του δικαστικού συστήματος και την απάνθρωπη φυλακή, την κυβερνητική βία, την αδικία των ανθρώπινων νόμων, την υποκρισία της Εκκλησίας και επικαλείται τη βιβλική εντολή «Μην κρίνεις για να μην κριθείς».

Είναι η ιστορία της πόρνης Κατιούσα Μάσλοβα, που κατηγορείται και καταδικάζεται άδικα για το φόνο ενός πελάτη της. Ο Πρίγκιπας Ντμίτρι Ιβάνοβιτς Νεχλιούντοφ, που, πριν από πολύ καιρό, την είχε εγκαταλείψει αυτή και το νόθο παιδί τους, παρίσταται ως ένορκος στο δικαστήριο. Όταν η Μάσλοβα καταδικάζεται σε τέσσερα χρόνια καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία, ο Πρίγκιπας, υποφέροντας από φοβερές τύψεις, την ακολουθεί στον τόπο του μαρτυρίου της, θέλοντας να της συμπαρασταθεί και παράλληλα να αναζητήσει την προσωπική του «ανάσταση».
Στο έργο αυτό αναλύεται ακριβώς η σκέψη του μεγάλου αυτού διανοητή του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Με μια μαγική εικόνα ξεκινά το τελευταίο του μεγάλο μυθιστόρημα ο Λέων Τολστόι, με τις σημύδες, τις λεύκες, τις αγροκερασιές ν΄ανθίζουν, το χώμα να πρασινίζει, οι κουρούνες, τα σπουργίτια και τα περιστέρια να ετοιμάζουν νέες φωλιές, όλη η πλάση να γιορτάζει φυτά, πτηνά, έντομα, παιδιά. Παρ’ όλα αυτά και μέσα σε αυτά κάποιοι συνεχίζουν να εξαπατούν και να βασανίζουν κάποιους άλλους, εξυπηρετώντας τα συμφέροντά τους και τις φιλοδοξίες τους.

Η Παράσταση

Ο σκηνοθέτης (Βασίλης Τριανταφύλλου) είδε στο έργο αυτό ένα εξόφθαλμο κατηγορώ της κοινωνικής αδικίας. Όπως ο ίδιος έχει δηλώσει «Το ενδιαφέρον του στρέφεται στο ότι ένας ολόκληρος κόσμος χτίζεται πάνω σε θεσμούς που υποτίθεται πως απονέμουν δικαιοσύνη, αλλά στην πραγματικότητα συντηρούν την ανισότητα. Πόσο μάλλον όταν ένα σύστημα μπορεί να είναι απολύτως νόμιμο και ταυτόχρονα βαθιά άδικο.» και εν συνεχεία δηλώνει τί σημαίνει Ανάσταση για εκείνον «Είναι το αίτημα για έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος δεν θα ορίζεται από τη θέση του στην πυραμίδα, αλλά από την αξία του.»

Είναι τόσο επίκαιρα και δυστυχώς διαχρονικά όλα αυτά, που φαίνεται πολύ μακρινή « η Ανάσταση» που οραματιζόμαστε. Συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιοί θέλουν να υπηρετήσουν την πρόθεση του συγγραφέα και να καταδείξουν την εξαθλίωση των μουζίκων, τη γραφειοκρατία, τη Δικαιοσύνη, το στρατό, την ιδιοκτησία, την υποκρισία και την εκμετάλλευση των αδυνάτων, ενώ προμηνύουν την Ανάσταση μέσα από την αναμενόμενη ανατροπή εντός ολίγων χρόνων, την «τελική κάθαρση» διαφαίνεται να πλησιάζει .

Ο Νεχλιούντοφ (Σωτήρης Δούβρης ) και η Κατιούσα (Ματουάλι Κουτουλάκη) δεν είναι απλά οι ήρωες ενός μυθιστορήματος είναι αρχετυπικά μοντέλα του ισχυρού και του αδύναμου. Οι τολστοϊκοί ήρωες του 1899 ζωντανεύουν στο θέατρο Noūs, μέσα από την διασκευή και δραματουργική επεξεργασία της Δάφνης Λιανάκη. Με την σκηνοθετική ευστροφία του Βασίλη Τριανταφύλλου η δράση απλώνεται σε όλα τα επίπεδα της σκηνής, πλησιάζει τους θεατές, τους απευθύνεται, ανεβαίνει στα θεωρία, προσπαθώντας να κινητοποιήσει όλο το κοινό, προσκαλώντας το να διαπιστώσει τη σύγχρονη διαφθορά των θεσμών.

Η Κατιούσα έμεινε έγκυος από το Νεχλιούντοφ, πράγμα που στάθηκε αφορμή να εκδιωχθεί από το σπίτι. Όταν χάνει και το παιδί της μένει μόνη στο δρόμο χωρίς υπόληψη, χρήματα κι εργασία. Κι έτσι αρχίζει η ηθική κατάπτωση. Αναγκάζεται να δουλέψει σαν πόρνη, ώσπου μια μέρα βρίσκεται άδικα κατηγορούμενη για κλοπή και φόνο. Πήγαν όλα ανάποδα και καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα τότε ο Νεχλιούντοφ ξεκινά την αυτοκριτική του στοχεύοντας στην προσωπική του Ανάσταση. Πρέπει πάση θυσία να σώσει εκείνο το κορίτσι, υπηρέτρια στο σπίτι των θείων της, με το οποίο ερωτοτροπούσε και τελικά την «πήρε» άγρια, μην μπορώντας να πειθαρχήσει στη λαγνεία του.

Για να εξιλεωθεί ο Νεχλιούντοφ καλείται να μετανοήσει και να σώσει το θύμα του. Και οι δυο βρίσκονται αντιμέτωποι με μια στυγνή γραφειοκρατία, με την υποκρισία, την αδιαφορία, την κοινωνική κριτική, εκείνος βρίσκεται στο απυρόβλητο γιατί είναι αριστοκράτης, ενώ η Κατιούσα θα πρέπει να ακολουθεί την τύχη των φτωχών.

Ως γέννημα του ανώτερου όντος ο άνθρωπος, πρέπει να ορθώνεται προς το ανάστημα του δημιουργού του, μπορεί βέβαια αφού είναι άνθρωπος να πέφτει σε σφάλματα και μπορεί να μετανοεί, αλλά δεν του επιτρέπεται να κρίνει τον διπλανό του, ούτε βέβαια να τον δικάζει.

Ο Σωτήρης Δούβρης και η Ματουάλι Κουτουλάκη παίζουν αυθεντικά ο καθένας τον ρόλο του. Ο Νεχλιούντοφ (Σωτήρης Δούβρης) ξεπερνά τα στεγανά της υψηλής καταγωγής του και θέλει να εξιλεωθεί δίπλα στην άδικα κατηγορούμενη Κατιούσα (Ματουάλι Κουτουλάκη). Από την άλλη εκείνη μέσα από μια διαδρομή και από την αγάπη που έχει εισπράξει από τους συγκρατούμενούς της οδηγείται στο να τον συγχωρέσει. Φτάνουν και οι δυο σε μια Ανάσταση προσωπική, ηθική, ψυχική, που τους απελευθερώνει από την κοινωνική αδικία, που μαστίζει με διαφορετικό τρόπο και τους δύο.

Όλοι οι άλλοι ηθοποιοί επίσης ήταν διδαγμένοι από τον σκηνοθέτη τους και διατηρούσαν μια βαθιά εσωτερικότητα. Οι ερμηνείες των ηθοποιών Αλέξανδρου Δαβιλά, Ελένης Ζουρελίδου, Θοδωρή Ηλιόπουλου, Ασπασίας Μηλιαράκη, Λυκούργου Μπάδρα, που αναλαμβάνουν παραπάνω από έναν ρόλο στηρίζουν την παράσταση προβληματίζουν, εξοργίζουν και συγκινούν, όπως οφείλουν. Εξαιρετικός στην ερμηνεία του ο Λυκούργος Μπάρδας στην εξέλιξη της παράστασης επιτείνει την αδικία απέναντι στους αδύνατους, δικαιώνοντας το τραγικό μήνυμα του έργου.

Καταπληκτική η σκηνή που δυναμιτίζει την παράσταση, μετά την αρχική σκηνή στο δικαστήριο, η χρονική αναδρομή της συνάντησης του Νεχλιούντοφ και της Κατιούσα ενορχηστρωμένη υπέροχα από την κινησιολογική κατεύθυνση της Φαίδρας Σούτου, η οποία είχε κομβικό ρόλο σε όλη τη παράσταση.

Πολύ λειτουργικά τα σκηνικά του Νίκου Δεντάκη με τους μετακινούμενους πάγκους και τραπέζια, τις εσοχές για τη φυλακή, αντιπροσωπευτικά τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα. Ανάλογοι και στοχευμένοι οι φωτισμοί του Γιώργου Αγιαννίτη.

Για την μουσική ο Τάσος Σωτηράκης δούλεψε πάνω στο μουσικό θέμα του Ρώσικου κομματιού Katyusha. Εκτός από το γεγονός ότι έτσι λέγεται και η κεντρική ηρωίδα του Τολστόϊ, το συγκεκριμένο μουσικό κομμάτι είναι μέρος της ιστορίας της Ρωσίας και λειτουργεί ως χρονομηχανή, που συνδέει το τότε με το τώρα. Δημιούργησε λοιπόν με επιτυχία διάφορα μουσικά σκοτεινά τοπία, που καλούσαν τον θεατή να κάνει τον συσχετισμό ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.

Μια πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση, μια ουσιαστική προσέγγιση με βαθμό δυσκολίας, τον οποίο αντιμετώπισαν επάξια οι συντελεστές της.

Να τη δείτε οπωσδήποτε!

Θα σας προβληματίσει και θα σας ωθήσει να πιστέψετε ότι ίσως να έρθουν και οι καλύτερες μέρες για όλους όταν « το καλό θα έρθει να απελευθερώσει από το κακό.»

Ταυτότητα της παράστασης

Συγγραφέας: Λέον Τολστόι
Διασκευή: Δάφνη Λιανάκη
Σκηνοθεσία: Βασίλης Τριανταφύλλου
Β. Σκηνοθέτη: Δάφνη Λιανάκη
Κινησιολογία: Φαίδρα Σούτου
Σκηνικά: Νίκος Δεντάκης
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Μουσική: Τάσος Σωτηράκης
Φωτισμοί: Γιώργος Αγιαννίτης
Οργάνωση Παραγωγής: Νίκος Τριανταφύλλου
Βοηθός οργάνωσης παραγωγής: Νικολέτα Παπαδοπούλου
Επικοινωνία: Κατερίνα Γρυλλάκη
Φωτογραφίες/trailer,Graphic designer: Βαγγέλης Ευαγγελίου

Παίζουν αλφαβητικά
Δαβιλάς Αλέξανδρος, Δούβρης Σωτήρης, Ζουρελίδου Ελένη, Ηλιόπουλος Θοδωρής,
Κουτουλάκη Ματουάλι, Μηλιαράκη Ασπασία, Μπάδρας Λυκούργος